gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ»
 (Τεύχος 165 Ημερομηνία 13/12/-19/12)

Νομικά αδύνατη η εκχώρηση των φυσικών πόρων στους δανειστές


Με δεδομένο ότι ο «Ειδικός Λογαριασμός Εισπράξεων και Πληρωμών» για το Δημόσιο Χρέος λειτουργεί ήδη στην Τράπεζα της Ελλάδος και με ενδεχόμενο ότι ο «Λογαριασμός» αυτός είναι δυνατόν να ενταχθεί τελικώς στη δογματική του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών Βολφαγκ Σόϊμπλε και της Τρόικα  υπό την «Ενισχυμένη Διακυβέρνηση και το Μηχανισμό Ελέγχου» με εποπτεία του Eurogroup ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), με τελικό σκοπό να περιέλθουν κατ’ ευθείαν στο Λογαριασμό αυτό τα έσοδα από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Ελλάδας (η εκτίμηση αφορά 427 δισ. ευρώ), μας υποχρεώνει στις παρακάτω παρατηρήσεις:


1)    Στοιχεία του κράτους είναι η γεωγραφική έκταση (έδαφος, υπέδαφος, θαλάσσιος-υποθαλάσσιος χώρος καθώς και εναέριος χώρος), επί της οποίας ασκείται η κρατική εξουσία (1) και η «εδαφική αρμοδιότητα» (territorial jurisdiction).


2)    Τα Δημόσια Κτήματα διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες (2): α) στη δημόσια περιουσία ή δημόσια κτήση (domaine public) και β) στην ιδιαίτερη περιουσία, εκείνη των κτημάτων (ιδιωτική περιουσία) που δεν εξυπηρετεί δημόσιους σκοπούς (domaine privé)


3)    Η Πολιτεία επί της δημόσιας περιουσίας έχει εμπράγματο δικαίωμα «ομοιάζον» προς την κυριότητα, «ελαττωμένο» όμως έναντι της κυριότητας, επειδή ακριβώς η δημόσια περιουσία δεν μπορεί να εκποιηθεί -και δεν μπορεί να εκποιηθεί γιατί είναι αναπαλλοτρίωτη.


4)    Η δημόσια περιουσία είναι ακατάσχετη.


5)    Με βάση τα ισχύοντα στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας,  ως προς την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), αν και επ’ αυτής κατ’ αρχήν δεν αναγνωρίζεται «εδαφική κυριαρχία», εν τούτοις (κατ’ εξαίρεση) στο παράκτιο κράτος αναγνωρίζονται «δικαιώματα και τίτλοι ιδιοκτησίας» (3), που αφορούν (μεταξύ των άλλων) και την εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων σε σχέση με το βυθό της θάλασσας, το υπέδαφος της και τα υπερκείμενα ύδατα.


Αξιοσημείωτο είναι δε ότι με το καθεστώς της ΑΟΖ, το παράκτιο κράτος αποκτά στο έδαφος του βυθού της θάλασσας «περισσότερα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων απ’ όσα αναγνωρίζει η σύμβαση του 1958 περί της υφαλοκρηπίδας (sic).» (4) Αναφερόμαστε συνεπώς σε έννομα αγαθά που συνιστούν δημόσια περιουσία η οποία προσιδιάζει στη «θαλάσσια δημόσια κτήση»(5).


Με τούτα τα δεδομένα αναφορικώς με το ενδεχόμενο μεταβίβασης έστω και ποσοστών από την εκμετάλλευση της Ελληνικής ΑΟΖ κατ’ ευθείαν στους Δανειστές ισχύουν τα εξής:


α) Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Δίκαιο (6) προκριματίζει η «Αρχή του μη Ειδικού Προορισμού των εσόδων του Κράτους». Συνέπεια της Αρχής αυτής είναι ότι: «απαγορεύεται ένα ορισμένο έσοδο να διατεθεί εκ των προτέρων σε συγκεκριμένη δαπάνη»!


β) Αδιαμφισβήτητη συνέπεια των προαναφερομένων είναι πως καθίσταται ανεπίτρεπτη η κατ’ ευθείαν εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων ή με όποιο τρόπο εκχώρηση εσόδου από φυσικούς πόρους στους Δανειστές! Και τούτο γιατί (πέραν των προεκτεθέντων) επί των φυσικών πόρων (που είναι δημόσια περιουσία), «η Πολιτεία έχει δημοσίου δικαίου κυριότητα –που εννοιολογικά της στοιχεία είναι, μαζί με άλλα, οι ιδιότητες του αναπαλλοτρίωτου και του απαράγραπτου (sic)» (7), ενώ οι φυσικοί πόροι (ως δημόσια περιουσία) «είναι οργανικώς και αμέσως συνδεδεμένοι με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας» (8) η οποία ως λειτουργία (9) εντάσσεται στο σκληρό πυρήνα του ήδη προσβεβλημένου και «κακοποιημένου» Ελληνικού Συντάγματος.


Ως εκ τούτου οι φυσικοί πόροι της Ελλάδας ως αναπαλλοτρίωτοι και οργανικώς συνδεδεμένοι με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας, ανήκουν κατευθείαν στο Λαό της (10).


Επίσης είναι δυνατόν να τεθεί ζήτημα στο κατά πόσο οι Δανειστές μπορούν να διεκδικήσουν δικαστικώς δικαιώματα επί των φυσικών πόρων επικαλούμενοι την παραίτηση της Ελλάδας από την ασυλία και την ετεροδικία (11), προσφεύγοντες στη συμφωνηθείσα δικαιοδοτική κρίση του εσωτερικού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου το οποίο θα εφαρμόζει αγγλικό δίκαιο (δίκαιο δηλαδή εκτός της ευρωζώνης!..)


Μια τέτοια όμως παρανόηση προδήλως προσκρούει στο ό,τι το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν είναι αγγλικό δίκαιο π.χ. Contract Law (12),  ενώ προσκρούει και στο αυστηρό δεδομένο ότι το εσωτερικό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ούτε και το ad hoc Διεθνές Δικαστήριο της Θάλασσας (13). Περαιτέρω δεν υφίσταται καν συμβατική δέσμευση για «Διαιτησία».


Τέλος, ως προς την ετεροδικία και τους άλλους επαχθείς όρους των δανειακών Συμβάσεων, καλό θα είναι από τώρα να γίνει αντιληπτό ότι μια προοδευτική-πατριωτική κυβέρνηση θα απαλλάξει την Ελλάδα από «αποικία χρέους» (όρος του Νίκου Κοτζιά) με βάση τη διεθνή νομιμότητα.


Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργεί η επίκληση της ανωτέρας βίας λόγω ουσιώδους συμφέροντος που απειλείται από σοβαρό και επικείμενο κίνδυνο που δεν είναι άλλος από τη φτωχοποίηση του Ελληνικού Λαού.


Χρήσιμα επιχειρήματα προς την κατεύθυνση αυτή μπορούν να αντληθούν στο σκεπτικό (14) της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην απόφαση της 25ης /9/1997 που αφορά τη διένεξη Ουγγαρίας/Σλοβακίας.


Απαιτείται όμως συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων της Πατρίδας μας και το κατάλληλο πολιτικό προσωπικό που θα στηρίζεται για τα καθήκοντα αυτά από τη συντριπτική πλειοψηφία του Λαού –στο πλαίσιο ενός ευρύτερου «αντιμνημονιακού-πατριωτικού-δημοκρατικού μετώπου».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1)    Πρβλ. για τη φιλολογία του θέματος: Κ.Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, 2000, σελ. 61 και επ. M.Sorensen, Manual of Public International law, 1968, σελ. 250 και επ. I.Brownlie, Princliples of Public International Law, 1972, σελ. 109 και επ


2)    Βλ. Μ.Στασινόπουλος, Μαθήματα Δημοσιονομικού Δικαίου, 1966, σελ. 155 και επ.


3)    Βλ. N.D.Dinh-P.Daillet-P.Pallet, Δημόσιο  Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, με επιμέλεια της Χ.Δίπλα, 1991, σελ. 80,  Μ.Η.Nordsquist, United Nations Convention on the Law of the Sea, vol. I, 1985, σελ. 467 και επ. και R.M.M. Wllace and O.Martin-Ortega, International Law, 2009 σελ. 152 και επ. Επίσης βλ. Διαιτητική απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση οριοθέτησης των θαλασσίων συνόρων Γουϊνέας/Γουϊνέας Μπισάω, R.G.D.I.P, 1985, σελ. 533


4)    Βλ. Ε.Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο ΙΙ, 1982, σελ. 228.


5)    Βλ. Μ.Στασινόπουλος, οπ.π. σελ. 163 και επ.


6)    Βλ. Α.Γέροντας –Α.Ψάλτης, Δημοσιονομικό Δίκαιο, Α, 1998, σελ. 239 και επ.


7)    Βλ. Γ.Παπαχατζής, Σύστημα του ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, 1983, σελ. 69


8)    Βλ. Μ.Στασινόπουλος, οπ.π. σελ. 159


9)    Βλ. (αντί πολλών) Α.Μάνεσης, Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος ΙΙ, τ.Β’, 1965, σελ. 351 και επ.


10)    Πρβλ. Γ.Κασιμάτης, η ρήτρα «υπέρ του λαού»..., Μελέτες Ι, 1975, σελ. 285 και επ.


11)    Βλ. (αντί πολλών) E.Ρούκουνας, οπ.π. ΙΙΙ, 1983, σελ. 69 και επ. και κυρίως σελ. 82-83


12)    Πρβλ. (αντί πολλών) A.Arora, Practical Business Law, 1983, σελ. 37 και επ.


13)    Βλ. άρθρα 279-299 και Παράρτημα IV της Σύμβασης του Montego-Bay.


14)    Πρβλ. Β.Πανάγου-Κ.Τσούντα, Διακρατική και Υπερεθνική Συνεργασία, 2002, σελ. 164 και επ. Επίσης πρβλ. C.Thomas, International financial institutions and social and economic human rights: an exploration, σελ. 161 και επ. στην ομαδική έκδοση με επιμέλεια του Tony Evans, Human Rights Fifty Years on, A reappraisal, 1998.