gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ»
(τεύχος 156 ημερομηνία 11/10-17/10/2012)

η «λίστα Λαγκάρντ» και το «νόμιμον»


Οι παλαιότερες γενιές των Ελλήνων νομομαθών, είχαν ένα «δικολαβικό επιχείρημα». Έλεγαν ότι το «νόμινον» διαβάζεται και αντιστρόφως ως «νόμιμον». Αυτό ακριβώς επιχειρείται στις μέρες μας. Δηλαδή με αντιστροφή να κριθούν νόμιμες οι παραλείψεις της δημοσιοποίησες των ονομάτων και η μη αξιοποίηση του περιεχομένου της (λεγόμενης) «λίστας Λαγκάρντ». Τα γεγονότα (περίπου) έχουν ως εξής:


Ο έλληνας Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός των Οικονομικών αποδέχθηκε σε ηλεκτρονική μορφή έγγραφο από  την ομόλογό του Υπουργό της Γαλλίας. Ασχέτως δε της ηλεκτρονικής μορφής του, το υλικό που παρέλαβε ο έλληνας Υπουργός αποτελεί έγγραφο σύμφωνα με όλες τις παραδοχές της σύγχρονης νομικής επιστήμης.


Το έγγραφο αυτό είτε προς επεξεργασία, είτε προς πληροφόρηση, θα έπρεπε αμελλητί να πρωτοκολληθεί σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.


Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το έγγραφο αυτό είναι δεκτικό παραλαβής και εφόσον είναι δεκτικό παραλαβής εάν είναι και δεκτικό επεξεργασίας ή πληροφόρησης.


Ως προς τον ισχυρισμό ότι το έγγραφο αυτό είναι προϊόν υποκλοπής, ότι δηλαδή το υλικό  που περιέχεται στο έγγραφο προέρχεται από παράνομη ενέργεια, τότε εάν στην πλημμέλεια αυτή (της παραλαβής του) είχε υποπέσει η Υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, δεν θα έπρεπε να έχει υποπέσει και ο Έλληνας Υπουργός των Οικονομικών.


Συνεπώς καλοπίστως θα πρέπει να δεχθούμε ότι εφόσον δόθηκε από ομόλογο Υπουργό σε ομόλογο Υπουργό ένα τέτοιο έγγραφο, αφορούσε ενέργεια παράδοσης και παραλαβής που οφείλεται σε νόμιμη προϋπόθεση.


Ως προς το ζήτημα της επεξεργασίας των δεδομένων του συγκεκριμένου εγγράφου, μπορεί να διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι προσκρούει στους κανόνες που έχει εγκαθιδρύσει η ευρωπαϊκή έννομη τάξη αλλά κα η ελληνική έννομη τάξη αναφορικώς με τα ευαίσθητα ατομικά δεδομένα (βλ. Οδηγία 95/46 ΕΚ, Κανονισμός 45/2001, Ν.2472/1997, άρθρο 9Α του Συντάγματος).


Ως εκ τούτου τίθεται «ζήτημα» εάν θα πρέπει να υπάρξει επεξεργασία σε όσα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συμπεριλαμβάνονται στο συγκεκριμένο κατάλογο, καθόσον η δραστηριότητά τους αφορά ενέργεια του ιδιωτικού βίου-ιδιωτικής οικονομίας.


Για την ανάγκη επεξεργασίας των δεδομένων του καταλόγου Λαγκάρντ αξιοπρόσεκτα είναι τα παρακάτω:


Η παγία Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου, κυρίως με αφορμή τις υποθέσεις Lustig-Prean/Beckett και Smith/Grady έχει με σαφήνεια διαμορφώσει τα κριτήρια της προστασίας του ιδιωτικού βίου. Με βάση τις νομολογιακές παραδοχές του κυρωτικού δικαιοδοτικού Οργάνου του Στρασβούργου, θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζεται το έννομο αγαθό της προστασίας με προσφυγή τόσο στο μέτρο (Αρχή της Αναλογικότητας) όσο και στην μη υπέρβαση των άκρων ορίων μιας τέτοιας προστασίας.


Έτσι, με βάση τη Νομολογία των Δικαστών του Στρασβούργου, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, ο ιδιωτικός βίος διακρίνεται σε διαφορετικές περιοχές ή σφαίρες και προστατεύεται μόνο «το άκρως προσωπικό τμήμα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου».


Ο κατάλογος Λαγκάρτ δεν αφορά περίπτωση που ακουμπά το άκρως προσωπικό τμήμα της ιδιωτικής ζωής αφενός και αφετέρου εμπίπτει στις πρόνοιες της παρ. 2 του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, όπου το έννομο αγαθό της προστασίας κάμπτεται σε σοβαρά ζητήματα όπως είναι η εθνική ασφάλεια και η οικονομική ευημερία της Χώρας! Λόγω δε του δημοσίου συμφέροντος που παρουσιάζει το όλο «φαινόμενο», απαιτείται άμεση εφαρμογή του συνταγματικού κανόνα της παρ. 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπου απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.


Περαιτέρω ουδείς μπορεί να «οχυρωθεί» πίσω από τον ισχυρισμό ότι η δημοσιοποίηση του καταλόγου Λαγκάρντ για όσους παρανόμως έχουν ενεργήσει προσκρούει στο δικαίωμα της ελεύθερης συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος.


Τέτοιο δικαίωμα δεν γεννά η όποια δραστηριότητα που  αφορά παράνομο πλούτο που εξάγεται για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη χώρα. Η δραστηριότητα αυτή είναι ασυμβίβαστη με το δημόσιο συμφέρον, όπως επιτάσσει η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη. Και είναι ανεπίτρεπτη τόσο για το εσωτερικό της χώρας όσο και εξαγόμενη. Συνεπώς ο Λαός ως  υποκείμενο του δημοσίου συμφέροντος, έχει δικαίωμα στην ενημέρωση και στη διαφάνεια.