gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ»
(τεύχος 153 ημερομηνία 20/9/26/9/2012

Αφιερωμένο εξαιρετικά στην ΤΡΟΪΚΑ
ένα μύθο θα Σας πω!..

•    στο παραμύθι της ΤΡΟΪΚΑ απαντά το παραμύθι της γιαγιάς


Με αφορμή την επάνοδο της ΤΡΟΪΚΑ, σκέφθηκα να απευθυνθώ στα στελέχη της αποστολής, με ένα μύθο της γιαγιάς μου.


Ο μύθος δε αυτός θάναι χρήσιμος και για τους εντολείς τους που με …αγωνία περιμένουν την έκθεση των συμπερασμάτων τους!.. Ιδού, λοιπόν, το παραμύθι μας:


Πρέπει να ήμουν έξι ετών μαθητής, μόλις της Α’ Τάξης του Δημοτικού και  άρχιζα να μαθαίνω γραφή και ανάγνωση, οπότε τα παραμύθια της γιαγιάς μου ήταν (ακόμη) τρόπος της εξωσχολικής μου παιδείας και διαμόρφωσης της συνείδησής μου, οπότε η γιαγιά μου, μου διηγήθηκε τα παρακάτω:


Μια φορά κι έναν καιρό, άρχισε η γιαγιά μου τη διήγηση της, κάπου στον κόσμο υπήρχε μια χώρα. Ο Λαός εκεί περνούσε καλά. Όχι βέβαια πως ήταν όλα τέλεια. Υπήρχε ρουσφέτι, συναλλαγή, φοροδιαφυγή. Μάλιστα κάποιοι πήγαιναν σε μακρινά νησάκια και έκαναν εκεί εταιρείες για να λειτουργούν όμως στη χώρα που διηγούμαι και επειδή ήταν πιο έξυπνοι από τους άλλους δεν πλήρωναν φόρο. Αυτό την εποχή εκείνη ήταν και ηθικό και νόμιμο. Οι άλλοι όμως πολίτες δούλευαν αρκετά και πολλές φορές έκαναν ακόμη και δυο δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Και πλήρωναν και τους φόρους τους. Τέλος πάντων όλοι καλά περνούσαν. Σκέψου δε, συνέχισε η γιαγιά μου, ότι αυτή η χώρα είχε και πολλές άλλες φιλικές χώρες, από τις οποίες έπαιρνε δάνεια, τρόφιμα, κάρα και άλλα αγαθά που τα πλήρωνε πανάκριβα. Έτσι πλούτιζαν οι άλλες χώρες. Περνούσαν όμως όλοι τους καλά. Ώσπου…, ώσπου… τι γιαγιά(;)  ρώτησα. Ώσπου, παιδί μου, ξαφνικά ο Αρχηγός της xώρας από ένα νησάκι της (σημαντικό όμως!) είπε στο Λαό του: Κοιτάξτε ο προηγούμενος Αρχηγός μου παρέδωσε άδεια Ταμεία και δεν έχω να πληρώσω τους δανειστές μας.


Τότε, μια και δυό, ο Αρχηγός αυτός αποφασιστικά πήγε και βρήκε τους Αρχηγούς των άλλων χωρών, και θυμωμένος έβαλε το ξίφος του πάνω στο τραπέζι. (Τότε ακόμη δεν υπήρχαν πιστόλια).


Τους λέει λοιπόν: ή μου δίδετε χρήματα για να σας τα ξαναδώσω αμέσως πίσω ή δεν ξέρω κι εγώ τι θα γίνει!..


Οι Αρχηγοί των άλλων χωρών τάχασαν! Τους ήρθε κεραυνός στο κεφάλι! Δεν είχαν ιδέα ότι η φιλική τους χώρα τόσο καιρό δανειζόταν για να πληρώνει τα αγαθά που της πωλούσαν. Και τρομοκρατημένοι όπως ήταν είπαν: Εν τάξει. Αλλά κοίτα, λίγα-λίγα και αμέσως πίσω! Έτσι έκλεισε η συμφωνία…


Μάλιστα παιδί μου, συνέχισε η γιαγιά μου, φτιάξανε και κάτι το φοβερό για τις δουλειές αυτές!.. Φτιάξανε ένα μεγάλο κουμπαρά που είχε χρήματα, αλλά και πολύ αέρα μέσα… Και είχαν και μια τόση δα Μεγάλη Τράπεζα, που να φανταστείς έπαιρνε τόκο για ένα χρόνο ακόμη και 40%!..


Γιαγιά, πετάχτηκα θυμωμένος. Στου πατέρα μου το γραφείο (ο πατέρας μου ήταν Δικηγόρος –δεν είναι παραμύθι αυτό), άκουσα ότι υπάρχουν κακοί άνθρωποι που τους λένε τοκογλύφους και τους πάνε φυλακή!.. Αυτό είχε εντοπίσει το μυαλουδάκι μου και η συνείδησή μου των έξι ετών και αυτό ψέλλισα…


Η γιαγιά μου όμως με ηρέμισε. Παιδί μου, μου τόνισε, αυτό ισχύει σήμερα που έχουμε άλλο πολιτισμό. Το παραμύθι μας είναι αιώνες πίσω, αφού σου μίλησα για κάρα και σπαθιά...
Και μέσα στα ερωτήματα που μου δημιουργούνταν, ρώτησα τη γιαγιά μου:


Καλά γιαγιά, και δεν υπήρχε άλλος Αρχηγός; Και βέβαια υπήρχε, μου απάντησε εκείνη. Αυτός μάλιστα είχε και «μια άλλη συνταγή» και την ανέλυσε δύο φορές σ’ ένα κεντρικό κτήριο της πρωτεύουσας. Αλλά κουρασμένος όπως ήταν στο δρόμο προς το σπίτι του, είδε ένα Θείο όραμα όπως ο Απόστολος Παύλος και άλλαξε γνώμη και υπέγραψε κιόλας. Ο νους μου όμως ξαναγύρισε στον άλλο Αρχηγό, με το σπαθί. Τι έκανε τελικά αυτός(;) ρώτησα. Αυτός παιδί μου, έφυγε και ήρθε ένας άλλος πολύ δυνατός που υπέγραψε κι αυτός!


Εδώ σε πλήρη σύγχυση ρώτησα τη γιαγιά μου. Καλά τι υπέγραψαν οι Αρχηγοί;


Υπέγραψαν πως πρώτα θα πληρώσουν όλο το χρέος και μετά θα κάνουν διαπραγμάτευση!..


Τότε τάχασα κυριολεκτικά και είπα: Γιαγιά δεν γίνονται αυτά!


Σύνελθε, μου απάντησε εκείνη, παραμύθι σου διηγούμαι!..


Άσε που κάποια στιγμή (συνέχισε η γιαγιά μου) βρέθηκε και κάποιος τεχνοκράτης που ήταν στη δούλεψη της Τράπεζας. Ε, αυτός είπαν ξέρει να κυβερνήσει. Και τι έγινε, ρώτησα. Α, αυτός παιδί μου λίγους μήνες μετά έδωσε ένα χαρτάκι σ’ έναν άλλο Αρχηγό που ήταν λέει ο ρυθμιστής του πολιτεύματος. Και τι έγραφε το χαρτάκι, ρώτησα. Πως η χώρα είναι υπό διάλυση και πως …το χρέος όλο και μεγάλωνε…


Τώρα, όμως, νοιάστηκα για το Λαό της χώρας αυτής και με αγωνία ρώτησα τη γιαγιά μου:

Και ο Λαός;


Α, ο Λαός, παιδί μου, όλο και γινόταν πιο φτωχός. Πολλοί οι άνεργοι, κλεισμένα μαγαζιά, έλλειψη φαρμάκων …δυστυχία. Και οι νέοι έψαχναν να βρουν δουλειά και δεν έβρισκαν. Και αφού δεν εργάζονταν τους έλεγαν τεμπέληδες!..


Τότε το φτωχό μυαλουδάκι μου των έξι ετών έκανε μια παιδιάστικη σκέψη: Καλά γιαγιά ρώτησα: πως ο άνεργος θα βοηθήσει να πληρώσει η χώρα του το χρέος; Και η γιαγιά μου με καθησύχασε: παιδί μου παραμύθι είναι η ιστοριούλα μας.


Και σαστισμένος όπως ήμουν πια ήθελα να μάθω το τέλος. Γιαγιά πες μου στο τέλος τι έγινε; Α, το τέλος είναι όπως σ’ όλα τα παραμύθια μου είπε η γιαγιά μου. Ξαφνικά ξύπνησε ο Λαός! Και τότε πέρασαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!..


Και η ακούραστη γιαγιά μου, μου λέει: Να Σου διηγηθώ τώρα και το λύκο που έφαγε τα πρόβατα;


Όχι γιαγιάκα της απάντησα! Δεν θέλω άλλα παραμύθια στη ζωή μου! Και το τήρησα!..