gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ»
(τεύχος 131 ημερομηνία 19/4-25/4/2012)
Το κείμενο δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Το Ελληνικό Δημόσιο ΑΘΕΤΕΙ να εξοφλήσει το χρέος του»

τo PSI  και η καταστροφή των ιδιωτών επενδυτών
•    η διέξοδος των προσφυγών

Το παρόν βραχύ περίγραμμα αναφέρεται σε έννομα αγαθά και ατομικά δικαιώματά δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου των ιδιωτών επενδυτών, καθόσον δυνάμει του Ν. 4050/2012 (ΦΕΚ 36/τ.Α/23.2.2012) και του άρθρου 1 της πράξης 5 της 24.3.2012 του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 37/τ.Α/24.2.2012), οι ιδιώτες επενδυτές που υπάγονται στο Ελληνικό Δίκαιο οδηγούνται σε πλήρη καταστροφή με τη θέσπιση του PSI (Private Sector Involvement).


    Οι «συγκεκριμένοι» επενδυτές με εμπιστοσύνη προς την Ελληνική Πολιτεία,  προδήλως προσχωρώντας στα δεδομένα που εξασφάλιζε η ένταξη της Ελλάδας στο σκληρό πυρήνα του κοινοτικού κεκτημένου (acquis communautaire) και ειδικότερα της ευρωζώνης, προέβησαν στην αγορά των ομολογιών χρέους του Ελληνικού Κράτους. Άλλωστε, η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη συνιστούσε περίγραμμα απόλυτης ασφάλειας και τα κρατικά ομόλογα της Ελληνικής Δημοκρατίας είχαν αυξημένο κύρος. (πρβλ. αντί πολλών R.Price, The Dynamics of European Union, 1987, P.Temperton, The euro, 1997,  M.Levitt and Chr. Lord, The Political Economy of Monetary Union, 2000, J.Forder-C.Huhne, The Arguments for the Euro and European Monetary Union-Both Sides of the Coin, 2001,).


    Με τούτα τα δεδομένα οι «συγκεκριμένοι» επενδυτές, με πλήρη βεβαιότητα ότι όχι μόνο επένδυαν υπέρ αυτών, αλλά και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αποφάσισαν να αγοράσουν τα περιτομηθέντα ομόλογα. ΑΛΛΩΣΤΕ μια τέτοια ενέργεια πλην της επένδυσης, συνιστούσε κατ’ αναλογία και κατάθεση χρημάτων.


Ωστόσο το «κούρεμα» (hair cut) που έλαβε χώρα, παραβιάζει την Αρχή της Δεδικαιολογημένης Εμπιστοσύνης του Πολίτη, καθόσον προσκρούει σε βασικές Αρχές και αξιώσεις της έννομης τάξης και ιδρύει δυσμενή και ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος των καλόπιστων πολιτών, εφόσον μάλιστα η δυσμενέστατη αυτή εξέλιξη καταρράκωσης της περιουσίας τους, επήλθε μονομερώς και χωρίς τη βούλησή τους.  


Τα χρηματικά δε ποσά που κατέθεσαν και επένδυσαν οι θιγόμενοι αντικρίζουν ομολογίες χρέους προερχόμενες κατευθείαν από το Νομικό Πρόσωπο του Κράτους. Η αθέτηση δε πληρωμής και εξόφλησης του χρέους κατά τα συμφωνηθέντα, συνιστά ευθεία παραβίαση κατ’ ουσίαν της πάγιας εσωτερικής και ευρωπαϊκής νομιμότητας, καθόσον ευθέως παραβιάζεται η Αρχή Ασφάλειας Δικαίου.


Η μονομερής αθέτηση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιον παραβιάζει το μέτρο και την αναλογία και προσκρούει στις αξιώσεις της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος κατά το μέρος που αφορά στην Αρχή της Αναλογικότητας. Περαιτέρω δε η αθέτηση των υποχρεώσεων εξόφλησης του συγκεκριμένου χρέους προσκρούει και στη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 4 της ΣΕΕ, καθώς και στις αξιώσεις του υπ’ αριθμ. 2 Πρωτοκόλλου ΣΕΕ που αφορούν επίσης στην Αρχή της Αναλογικότητας.  Δηλαδή: η όλη ρύθμιση προσκρούει   στους   αυστηρούς   κανόνες   του  Συνταγματικού Δικαίου καθώς και στους αυξημένης ισχύος έναντι της εσωτερικής έννομης τάξης, κανόνες του Ενωσιακού Ευρωπαϊκού Δικαίου.


Το απολύτως δε οξύμωρο και αντιφατικό που χαρακτηρίζει την περίπτωση αυτή είναι ότι: το Ελληνικό Δημόσιο εγγυάται την οποιαδήποτε κατάθεση σε Πιστωτικό Ίδρυμα (Τράπεζα) οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου μέχρι το ύψος των 100.000 ευρώ, ενώ αντιθέτως τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν και αφορούν ομολογίες χρέους του Ελληνικού Δημοσίου αντί της εγγύησης πληρωμής περιτέμνονται και κατ’ ουσίαν εξανεμίζονται.  Και τούτο γιατί το Ελληνικό Δημόσιο κατά ένα μέρος ΑΘΕΤΕΙ ΝΑ ΕΞΟΦΛΗΣΕΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ, ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΣΟΣΤΟ στο χρόνο λήξης του δανεισμού και κατά το άλλο μέρος το ποσό που ΑΠΟΜΕΝΕΙ αναλαμβάνει να το … «καταβάλει» σε ΒΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟΥ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΕΤΙΑΣ!


Τούτων δοθέντων αναντίρρητο είναι ότι έχει ευθέως παραβιασθεί και η Αρχή ότι: Pacta Sunt Servanda. Αντιθέτως ανεπιτρέπτως εισάγεται (εκ πλαγίου) η στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο επικρατούσα Αρχή των: Collective Action Clauses (CACs).


Ως εκ τούτου έχει συντελεσθεί σε βάρος των θιγόμενων ομολογιούχων με μονομερή ενέργεια του Ελληνικού Δημοσίου ανεπίτρεπτη καταχρηστική συμπεριφορά, που αφορά περιουσιακό τους στοιχείο, όπως άλλωστε Νομολογεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου (E.C.H.R.) εφαρμόζοντας διασταλτικώς τη διάταξη της παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (πρβλ. άλλωστε απoφάσεις E.C.H.R.: «The Trakroren Aktiebolag κατά Σουηδίας της 7ης Ιουλίου 1989», «Gasus Dosier-und Forderte Chnik GmbH κατά Ολλανδίας της 23ης Φεβρουαρίου 1995», «Pine Valley Developments LTD and others κατά Ιρλανδίας της 29ης Νοεμβρίου 1991» καθώς και «Albert Benthem κατά Ολλανδίας της 23ης Οκτωβρίου 1985»).


Με τούτα τα δεδομένα οι θιγόμενοι επενδυτές που κατέθεσαν χρηματικά ποσά με τα οποία επένδυσαν στις ομολογίες χρέους του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχουν (κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς) άλλη διέξοδο από την προσφυγή τους σε Δικαστική Προστασία. Τούτη η έννομη τάξη που εγκαθιδρύει διάκριση λειτουργιών έχει περιφρουρήσει σε επίπεδο Ανωτάτων Ακυρωτικών Δικαστηρίων την προαναφερόμενη Αρχή της Δεδικαιολογημένης Εμπιστοσύνης του Πολίτη. (πρβλ. Συμβούλιο της Επικρατείας: 2295/1965, 2810/1967, 331/1971, 3938/1978, 818/1982,  3646/1985, 2008/1987, 1387/1989, 997/1990 και 2441/1996 καθώς και Ελεγκτικό Συνέδριο: 1348/1981 και 1222/1982)


Συνεπώς η δικαστική λειτουργία είναι η μόνη ελπίδα για την δικαίωση των θιγόμενων αυτών επενδυτών. Και οι ακυρωτικοί δικαστές δεν μπορούν παρά να σεβαστούν την Αρχή Ασφάλειας Δικαίου!