gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Επανορθώσεις και Πολεμικό Δάνειο

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ»
(τεύχος 67 Ημερομηνία 27/01-02/02/11)

μύθος και πραγματικότητα

Γύρω από το ζήτημα που αφορά στις πολεμικές επανορθώσεις συνεπεία των εχθροπραξιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και το Κατοχικό Δάνειο σε βάρος της Ελλάδας και υπέρ της Γερμανίας, έχουν γραφεί πολλά και ενίοτε αντιφατικά.

Στο παρόν περίγραμμα επιχειρείται ο κατά δύναμη επιγραμματικός «προσδιορισμός» του όλου ζητήματος.

Αρχικώς πρέπει να διευκρινισθεί ότι «άλλο ζήτημα» αφορούν οι επανορθώσεις συνεπεία του πολέμου και «άλλο ζήτημα» αφορά το Κατοχικό Δάνειο.

Ήδη από το 1942 στη Ρώμη, σε Δημοσιονομική Διάσκεψη μεταξύ των Κατοχικών Δυνάμεων Ιταλίας και Γερμανίας αποφασίστηκε από καθέδρας να καταβάλει η Ελληνική Κυβέρνηση και στις δύο δυνάμεις κατοχής ισόποσο δάνειο ύψους 1.500 δις δραχμών ανά μήνα.

Υπ’ όψιν ότι πέραν των προαναφερομένων δανειακών καταβολών, υπήρξαν και αυθαίρετες αναλήψεις από τις Κατοχικές Δυνάμεις σε βάρος της Τράπεζας της Ελλάδος. Μόλις δε το Μάρτιο του 1943 τα ποσά ήδη που είχαν καταβληθεί από πλευράς της Ελλάδας είχαν εκτοξευθεί στα 420 δις δραχμές, ενώ είχαν καταβληθεί περαιτέρω και 163 εκατ. δολάρια στην Γερμανία και 65 εκατ. δολάρια στην Ιταλία.

Υπ’ όψιν, επίσης, ότι μόλις οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα προέβηκαν σε επίταξη όλων των αποθεμάτων τροφίμων, ενδυμάτων, φαρμακευτικού υλικού και μέσων συγκοινωνίας. Η επίταξη των μέσων συγκοινωνίας απέκοψε την επικοινωνία των πόλεων με πηγές εφοδιασμού. Σ’ αυτό δε συνυπολογίζεται και ο ναυτικός αποκλεισμός. Τούτα όλα ήταν η προϋπόθεση του υποσιτισμού (ορθότερα πείνας) που χαρακτήρισε ιδιαιτέρως την πρωτεύουσα της Ελλάδας (Αθήνα).

Η προαναφερόμενη ληστρική συμπεριφορά των Κατοχικών Δυνάμεων αφορούσε όχι μόνο τη διατήρηση των στρατευμάτων Κατοχής στην Ελλάδα, αλλά αφορούσε και τα στρατεύματα εκτός της Ελλάδας -ιδιαίτερα τα στρατεύματα της Βόρειας Αφρικής, τη στρατιά του Ρόμελ).

Με βάση τα προεκτεθέντα εγείρεται ζήτημα της νομικής υφής του δανείου.

Υπό το σημερινό κράτος του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου μια τέτοια «σύμβαση» είναι απολύτως παράνομη καθόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες του Δικαίου των Διεθνών Συνθηκών (της Βιέννης του 1969) στο Νομικό Πρόσωπο του Κράτους δεν ιδρύονται δικαιώματα ή υποχρεώσεις χωρίς τη συναίνεσή του.

Με το τέλος του πολέμου αναδείχθησαν τα δεδομένα αφενός μεν ως προς την αποκατάσταση των αποζημιώσεων –επανορθώσεων και αφετέρου ως προς την επιστροφή των δανεισθέντων.

Το ζήτημα δε εστιάζεται κυρίως στη Γερμανία (οι οφειλές υπέρ της Ιταλίας έχουν αποσβεσθεί με την Συνθήκη Ειρήνης. Η Γερμανία παρέμεινε εχθρική χώρα, ενώ η Ιταλία είχε την ιδιαιτερότητα να εισέλθει στον πόλεμο ως εχθρική Χώρα, αλλά να εμφανισθεί φιλική με τη λήξη του -με την ήττα του φασισμού).

Ως προς τα προαναφερόμενα ζητήματα υφίσταται η φιλολογία νομική και πολιτική.

Στη σχετική φιλολογία γίνεται αναφορά ακόμη και στη Διάσκεψη του Πότσνταμ.

Στη Διάσκεψη αυτή η Σοβιετική Ένωση θα έπρεπε να λάβει το 50% των επανορθώσεων, οι ΗΠΑ και η Μ.Βρετανία το 22% των επανορθώσεων (συνολικώς το 44%) ενώ οι υπόλοιπες Συμμαχικές Δυνάμεις μόλις το 6%.

Η προσέγγιση αυτή (που αφορά στα διαμειφθέντα στο Πότσνταμ), είναι αλυσιτελής ως προς τις επανορθώσεις και μη βάσιμη ως προς τις δανειακές υποχρεώσεις. Σε κάθε περίπτωση δε η Ελλάδα δεν δεσμεύεται εφόσον δεν συμμετείχε στη συγκεκριμένη Διάσκεψη.

Ωστόσο τίθεται ζήτημα με τις Συμφωνίες της Βόνης του 1952 και του Λονδίνου του 1953. Ιδιαιτέρως η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 που αφορούσε δέσμευση μεταξύ της τότε Δυτικής Γερμανίας και των Συνασπισμένων Δυνάμεων, αφορά ουσιαστικό κανόνα που έχει ενταχθεί στις εσωτερικές έννομες τάξεις και δεσμεύει τόσο την τότε Δυτική Γερμανία όσο και την Ελλάδα. Στην Ελλάδα έχει κυρωθεί με το Ν.3480/1956.

Η δέσμευση όμως αυτή αφορούσε τη Δυτική Γερμανία. Συνεπώς τελούσε υπό την «άγραφη» αίρεση του κρίσιμου νομικού ζητήματος που οφειλόταν στο κατά πόσον η Δυτική Γερμανία ήταν συνέχεια της Νομικής Προσωπικότητας του Τρίτου Ράϊχ.

Το ζήτημα τούτο λύθηκε αμετακλήτως με τη συνένωση των δύο Γερμανιών η οποία έλαβε χώρα στις 31 Αυγούστου 1990.

 

Ζήτημα επίσης είχε τεθεί (κατά καιρούς) και περί την παραγραφή των αξιώσεων λόγω του μακρού χρόνου και της ενδεχόμενης αποδυνάμωσης δικαιώματος διεκδίκησης τόσο των επανορθώσεων όσο και των δανειακών αξιώσεων.

Ενταύθα υποστηρίζονται τα εξής:

α) Ουδεμία παραγραφή υφίσταται για ποινικές και αστικές αξιώσεις που αφορούν εγκλήματα πολέμου και εχθροπραξίες κατά της ανθρωπότητας.

β) Η ρητή συνομολόγηση της συμφωνίας του Λονδίνου του 1953 ουδένα περιθώριο αφήνει για οποιαδήποτε παραγραφή. Άλλωστε με το Ν.2023/1952 με τον οποίο τερματίζεται η εμπόλεμη κατάσταση της Χώρας μας με τη Γερμανία, ρητώς δηλώνεται η επιφύλαξη δικαιωμάτων των εκ του πολέμου προκυψάντων ζητημάτων και υφισταμένων διαφορών. Τέλος:

γ) Ενταύθα επισημειώνεται ότι ακόμη και στο πρόσφατο «Μνημόνιο» της 8ης Μαΐου 2010 που αφορά τη Σύμβαση της Ελλάδας με την επονομαζόμενη «Τρόϊκα», στο οικείο κεφάλαιο που αφορά στην αποπληρωμή (παρ. «7» πληρωμές) ρητώς συνομολογείται ότι «οι πληρωμές που θα πραγματοποιηθούν από το δανειολήπτη (Ελλάδα) καταβάλλονται στο ακέραιο, χωρίς μείωση λόγω συμψηφισμού ή ύπαρξης ανταπαίτησης». Δηλαδή ακόμη και στην περίπτωση αυτή ρητώς αναγνωρίζεται η ύπαρξη ανταπαιτήσεων, ασχέτως του ό,τι δεν είναι δυνατόν να συμψηφισθούν με τη συγκεκριμένη δανειακή υποχρέωση.

Με τούτα τα δεδομένα η πολιτική ηγεσία της Χώρας μπορεί να θέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αρχικώς και στη συνεχεία (ενδεχομένως) υπό δικαιοδοτική κρίση τόσο το ζήτημα των επανορθώσεων όσο και των δανειακών υποχρεώσεων της Γερμανίας.