gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Το κείμενο που ακολουθεί αφορά νομικό δοκίμιο (πνευματική ιδιοκτησία) του Πέτρου Μηλιαράκη. Αναφέρεται δε στην προσφυγή των 1.328 αγροτών του Νομού Ηρακλείου προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα ζητήματα που είχαν τεθεί αναφορικώς με τους ανατοκισμούς παρατίθενται ενταύθα αποσπασματικώς (για λόγους ευνόητους δεν μπορεί να παρατεθεί το πλήρες κείμενο) και έχουν ως εξής:

Α Ι Τ Η Σ Η
ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ...

ΘΕΜΑ: ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΗ  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ...

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
   Όλοι εμείς οι υπογραφόμενοι είμαστε αγρότες του Νομού Ηρακλείου «θύματα» του φαινομένου του ανατοκισμού. Ουδείς από εμάς υπήρξε ποτέ «κακόπιστος» ή «αμελής» περί τις υποχρεώσεις του. Είναι γνωστό και κοινό τοις πάσι (το γνωρίζουν δε αυτό άριστα τα αρμόδια Όργανα της Αγροτικής Τράπεζας –ΑΤΕ Α.Ε.) ότι καταστράφηκε η παραγωγή μας και έτσι, εξ ανωτέρας βίας υπήρξαμε υπερήμεροι. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΕΙΡΑ. Ας αρκεσθούμε μόνο ενδεικτικώς σε μερικά απ’ αυτά...
α.....
β....., κλπ
(ακολουθούν αρκετά παραδείγματα –πραγματικά γεγονότα ενδεικτικά της κατάστασης)

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
   Ως αγρότες και προδήλως καλόπιστοι, Α) είτε είχαμε συνομολογήσει (υπογράψει) ανατοκισμό (ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ), Β) είτε τα προστηθέντα Όργανα της ΑΤΕ Α.Ε. μας απέσπασαν συνομολόγηση -υπογραφές. (Η συνομολόγηση μας δε αυτή έλαβε χώρα με δεδομένη την ανάγκη μας αλλά και την απειρία μας περί αυτά), Γ) είτε δεν είχαμε καν συνομολογήσει (υπογράψει) ανατοκισμό, όπως θα αποδειχθεί από τις σχετικές καρτέλες καταλογισμού τόκων που θα λάβουμε επικυρωμένες προς έλεγχο και για τη Δικαστική μας Προστασία -εφόσον αυτή καταστεί αναγκαία.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
   Όλοι εμείς (ανεξαρτήτως των συνομολογήσεων που υφίστανται), διατηρούμε στο ακέραιο το δικαίωμά μας να ζητήσουμε την ακύρωση  των παράνομων ανατοκισμών επικαλούμενοι δέσμη διατάξεων αυστηρών κανόνων δικαίου, ήτοι των άρθρων 5 παρ. 1 και  25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 173, 178, 179, 180, 197, 200, 281 Α.Κ.
Άλλωστε ο αξιότιμος κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην από 20.11.1997 εισήγησή του προς την Ολομέλεια του Δικαστηρίου εκείνου προέβη στις παρακάτω παραδοχές: «ο ανατοκισμός είναι επικίνδυνος για τον οφειλέτη διότι πολλαπλασιάζει ραγδαίως το χρέος και τον οδηγεί σε υπερχρέωση χωρίς πολλές φορές να προλάβει να το καταλάβει, απονεκρώνει τις παραγωγικές του δυνάμεις, παραλύει το ηθικό του και τελικά τον φέρει σε απόγνωση».

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
   Με την παρούσα μας υποβάλλουμε αίτημα οφειλομένης νομίμου ενεργείας για την κατά το μέρος που μας αφορά ανάκληση της...
Τυχόν άρνηση ανάκλησης θα συνιστά πλάνη της Διοίκησης τόσο περί το δίκαιον όσο και περί τα πράγματα. (πρβλ. Συμβούλιο της Επικρατείας: υπ’ αριθμ. 1440/1963, 1028/1966, 1720/1977, 4799/1977, 662/1978 επίσης βλ. Παπαφράγκου, πορίσματα, Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας σελ. 179 επ., Στασινόπουλου Δίκαιον Διοικητικών Πράξεων σελ. 298 επ., Goldenberg, Le Conseil d’ Etat, juge de fait, Th 1932, Chavon-Demersay,  L’examen du fair par la Conseil d’ Etat, Th 1932, Auby-Drago, Traite de Contentieux administratif, III σελ. 1182 επ.). Άλλωστε το παρόν αίτημά μας συστοιχείται πλήρως και με την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. (πρβλ. Συμβούλιο της Επικρατείας: 861/1954, 1653/1954, 988/1954, 473/1960, 170/1968, 2112/1984 κ.ά.).
   Σε κάθε περίπτωση δε επισημειώνεται η καταχρηστική συμπεριφορά των προστηθέντων Οργάνων της ΑΤΕ Α.Ε. -Πιστωτικού Ιδρύματος, το οποίο κατά τα λοιπά και με βάση το λειτουργικό κριτήριο προορίζεται για την εξυπηρέτηση της αγροτικής οικονομίας.
Οίκοθεν νοείται ότι παραβιάζονται από τη συμπεριφορά των προστηθέντων Οργάνων της ΑΤΕ Α.Ε. ιδιαιτέρως οι αξιώσεις της παρ. 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος (πρβλ. Leze, La jurispudence du Conseil d’ Etat et le deturnement de pouvoir dans la jurispudence administrative RDP 1952 επ. 257).
   Τέλος  προδήλως βέβαιον είναι ότι παραβιάζεται και η Αρχή της Αναλογικότητας κατά παράβαση των προνοιών της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος (πρβλ. άλλωστε Συμβούλιο της Επικρατείας: 1149/1988 392/1993, 1874/1994, αλλά και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης πρβλ. ΔΕΚ 114/76 Συλλ. 1977, 1211, επίσης 116/76 Συλλ. 1977, 1247, 119-120/76 Συλλ. 1977, 1247, βλ. επίσης Συλλ. 1991-7/ΙΙ, σελ. 54, επίσης υπόθεση Man, απόφαση της 24.9.1985, Συλλ. 1985 σελ. 2889, σκέψη 20).

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
Τέλος με την παρούσα μας ζητάμε:
Α. ...
Β. ...
Γ. ...
άλλωστε:
   Είναι δεδομένο ότι οι φερόμενοι σε βάρος μας τόκοι υπερημερίας και τόκοι ανατοκισμού δεν ανταποκρίνονται σε κάρπωση του κεφαλαίου από μας.  Επίσης είναι δεδομένο ότι το λειτουργικό κριτήριο της ΑΤΕ Α.Ε. (ως έχει προεκτεθεί) συστοιχείται απολύτως με την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας και συνεπώς η αιτούμενη ενταύθα ρύθμιση συμπολιτεύεται πλήρως την πρόοδο της αγροτικής οικονομίας και τις αξιώσεις για κοινωνική συνοχή.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
   Η αγροτική οικονομία και οι αγρότες συνιστούν «εξαιρετική διαδικασία» της παραγωγής και η παραγωγική τους δράση υπόκειται σε απρόβλεπτους και αστάθμιτους παράγοντες (όπως π.χ. τα καιρικά φαινόμενα, οι ασθένειες φυτών κ.ά.)... Συνεπώς η πολιτεία έχει ΧΡΕΟΣ να σκύψει με σεβασμό στο πρόβλημά μας, να συνειδειτοποιήσει ότι οι οφειλές μας δεν είναι προϊόν κακόπιστης συμπεριφοράς ΑΛΛΑ αποτέλεσμα ανωτέρας βίας και να ρυθμίσει το όλο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο των χρεών μας ως εξηγείται στην παρούσα...

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
   Ο έλληνας ιστορικός νομοθέτης ως όφειλε με το ν.2548/97 (ΦΕΚ Α’/259/19.12.1997) προσχωρόντας στα Ευρωπαϊκά θέσφατα ίδρυσε αυστηρούς κανόνες δικαίου και εδραίωσε την «Τράπεζα της Ελλάδος» ως αναπόσπαστο μέρος του «ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ» (ΕΣΚΤ) κατά τους όρους της παρ. 1 του άρθρου 105 της ΣυνθΕΚ και επαναβεβαίωσε την πλήρη ανεξαρτησία της «Τράπεζας της Ελλάδος» (άρθρο 3 του ν.2548/97) όπως αυτή η ανεξαρτησία ήδη έχει ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΘΕΙ από τις διατάξεις της ΣυνθΕΚ.
   Στις κύριες αρμοδιότητες της «Τράπεζας της Ελλάδος» περιλαμβάνεται κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.2548/97 (και) η «χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής», ενώ στο επόμενο εδάφιο του αυτού κανόνα δικαίου διευκρινίζεται ότι «στην έννοια της νομισματικής πολιτικής περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική» -στην οποία «πιστωτική πολιτική» ευθέως αναφερόμαστε. Αφορά δε δεσμία αρμοδιότητα Σας κ.Διοικητά η εποπτεία (και) επί της ΑΤΕ Α.Ε.

   Συνεπώς ο κοινός έλληνας νομοθέτης (όπως και ο κοινός νομοθέτης κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) μπορεί ελευθέρως να ιδρύει ή να καταργεί ή να τροποποιεί κανόνες δικαίου οι οποίοι αφορούν τους «τόκους» ή τους «τόκους των τόκων» σε δάνεια που αφορούν τους ιδιώτες, καταργώντας, τροποποιώντας ή ιδρύοντας αντίστοιχες διατάξεις της εσωτερικής έννομης τάξης.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΟΜΩΣ ο κοινός εσωτερικός νομοθέτης να ιδρύει κανόνες δικαίου που αφορούν τη σχέση «ΔΑΝΕΙΣΤΗ-ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ», όταν στη σύμβαση αυτή συμβάλλεται «Τράπεζα» ή άλλο «Πιστωτικό Ίδρυμα». ΤΟΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ για τα δεδομένα της εσωτερικής και ευρωπαϊκής έννομης τάξης αποκλειστική αρμοδιότητα της «Κεντρικής Τράπεζας» και ενταύθα της «Τράπεζας της Ελλάδος», η οποία μπορεί με ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που αφορούν στη νομισματική πολιτική να καθορίζει τη νομιμότητα του εσωτερικού πιστωτικού πλαισίου. (βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας Ολομέλεια, 3631/1988 και πρβλ. Συμβούλιο της Επικρατείας, 2080/1987, 1196/1981, 1985/1976 κ.ά.)

   Έπ' αυτών και καθόσον αφορά στις «Τράπεζες», το Συμβούλιο (Conceil), αφού κατήργησε τους περιορισμούς στην εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ως προς τις μη μισθωτές δραστηριότητες των «Τραπεζών» και άλλων χρηματο-οικονομικών Ιδρυμάτων, είχε εκδώσει στις 12 Δεκεμβρίου 1977, μια πρώτη Οδηγία που στόχευε στο συντονισμό των εσωτερικών κανόνων δικαίου των Κρατών-Μελών σχετικώς με την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας Πιστωτικού Ιδρύματος . Δηλαδή καταρχήν δεν μπορεί να υφίσταται διαφοροποίηση πιστωτικών πολιτικών μεταξύ των Πιστωτικών Ιδρυμάτων στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς.
   Μια δεύτερη Οδηγία, σ’ αυτόν τον τομέα, η οποία εκδόθηκε επίσης από το Συμβούλιο(Conceil) στις 15 Δεκεμβρίου 1989, επιτρέπει την αμοιβαία αναγνώριση των συστημάτων ελέγχου, δηλαδή την εφαρμογή της Αρχής του ελέγχου ενός «Πιστωτικού Ιδρύματος» από το Κράτος-Μέλος .
   Μια άλλη Οδηγία επιβάλλει την εποπτεία των Πιστωτικών Ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση (consolidated) . Η Οδηγία αυτή προσδιορίζει το αντικείμενο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, τις μεθόδους ενοποίησης και τον καταμερισμό των ευθυνών μεταξύ των Κρατών-Μελών.
   Μια άλλη επίσης Οδηγία σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων επιδιώκει να εξασφαλίσει τους καταθέτες σε περίπτωση χρεοκοπίας ενός συγκεκριμένου Πιστωτικού Ιδρύματος . Το παράγωγο Κοινοτικό Δίκαιο δια της συγκεκριμένης Οδηγίας προβλέπει την ύπαρξη σε όλα τα Κράτη-Μέλη, ενός συστήματος εγγύησης, χρηματοδοτούμενου από τον τραπεζικό κλάδο.
   Οίκοθεν νοείται ότι το όλο σύστημα καταθέσεων αλλά και πιστώσεων, τελεί υπό τον αυστηρό έλεγχο και εποπτεία των Νομισματικών Αρχών και ειδικώς της Κεντρικής Τράπεζας του Κράτους-Μέλους και ευρύτερα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), με κατάληξη την εποπτεία και ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). ... Σε τελευταία δε ανάλυση δεν μπορεί να υπάρχει απόκλιση πολιτικών κατά το μέρος που αφορά την πιστωτική πολιτική και τα επίπεδα του spread.
Ενταύθα όμως κρίσιμα ζητήματα είναι και τα παρακάτω

  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Commission) από μακρού χρόνου (βλ. ήδη τη Δεύτερη Έκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού σημεία 50-53 και την Όγδοη Έκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού σημείο 32) έχει αναγνωρίσει την «ΑΡΧΗ» σύμφωνα με την οποία οι κανόνες ανταγωνισμού και οι σχετικοί Κανονισμοί εφαρμόζονται «ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΤΟΜΕΑ» και
  • Το Συμβούλιο (Council) έχει εκδώσει την υπ’ αριθμ. 87/102/Οδηγία (όπως αυτή τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμ. 90/88 Οδηγία επίσης του Συμβουλίου) η οποία μας προστατεύει πλήρως και η οποία:

   α) Επιτάσσει ότι σε κάθε δάνειο θα πρέπει να αναφέρεται «το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο με ένα (ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ) αντιπροσωπευτικό παράδειγμα» και
   β) Δεν επιτρέπει  (σε καμία μάλιστα περίπτωση) δικαίωμα ανατοκισμού.

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ           
   Κατά το μέρος
που η παρούσα μας αίτηση οφειλομένης νομίμου ενεργείας αφορά στην Αρχή της Αμεσότητας του κοινοτικού κανόνα, επαγόμαστε τα παρακάτω:
   Ο κοινοτικός κανόνας δεν αρκεί να υπερέχει του αντίθετου εθνικού, για να κατισχύσει πράγματι έναντι αυτού. Πρέπει ακόμα να μπορεί να αποτελεί αντικείμενο επίκλησης από τον θιγόμενο διοικούμενο, όταν αυτός αντιτείνει στις εθνικές Αρχές το περιεχόμενο της ρύθμισης του. Επιπλέον, θα πρέπει και η εθνική Αρχή, διοικητική ή δικαστική, να υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση να εφαρμόσει τον υπό τις συνθήκες αυτές προβαλλόμενο κοινοτικό κανόνα. Με άλλα λόγια, ο κοινοτικός κανόνας θα πρέπει να διαθέτει το χαρακτηριστικό της αμεσότητας (immediate) για να καταστεί αποτελεσματική η υπεροχή του, την οποία καταρχήν διαθέτει έναντι του εθνικού κανόνα ακόμη και αντιθέτου περιεχομένου.
   Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) με μίαν θεμελιώδη νομολογιακή παραδοχή του, στην υπόθεση Van Gend & Loos , ανέστρεψε το τεκμήριο «της καταρχήν ελλείψεως αμεσότητας» των διεθνών συμβατικών κανόνων. Θεώρησε, αντιθέτως, ότι οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου από τη φύση τους αφορούν ευθέως και αμέσως τον διοικούμενο –πολίτη της Ένωσης. Επομένως μπορεί αυτός ως πολίτης της Ένωσης να επικαλείται τους κοινοτικούς κανόνες των Οδηγιών ενώπιον των εθνικών διοικητικών και δικαιοδοτικών Οργάνων, έστω και εάν οι κανόνες αυτοί απευθύνονται τυπικώς προς το Κράτος-Μέλος. Ένα τέτοιο δικαίωμα επίκλησης συνεπάγεται αυτομάτως και την αντίστοιχη υποχρέωση από την εσωτερική έννομη τάξη.
   Ιδιαιτέρως σημαντικός είναι συνεπώς ο ρόλος της Νομολογίας του ΔΕΚ, στο ζήτημα της αμέσου ισχύος των Οδηγιών και των αποφάσεων προς Κράτη-Μέλη. Αμφιβολίες σχετικώς με τον τρόπο ισχύος μιας απόφασης προς Κράτος-Μέλος ανέκυψαν αρχικώς στα πλαίσια της υπόθεσης Grad . Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου υπογράμμισε με αφορμή την απόφαση αυτή, ότι δεν αναπτύσσουν μόνον οι Κανονισμοί άμεση ισχύ στο Κοινοτικό Δίκαιο. Κατά τις παραδοχές του ΔΕΚ, εάν στο θιγόμενο πρόσωπο δεν παρέχεται η δυνατότητα επίκλησης των υποχρεώσεων που βαρύνουν το Κράτος- Μέλος βάσει της συγκεκριμένης κοινοτικής απόφασης, η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής αποδυναμώνεται πλήρως και με τον τρόπο αυτό καταστρατηγείται, το πρωτογενές δίκαιο.   Τούτο ισχύει κυρίως στις περιπτώσεις που η κοινοτική έννομη τάξη επιβάλλει στις εθνικές Αρχές την τήρηση μιας ορισμένης συμπεριφοράς. Συνεπώς το χρήσιμο αποτέλεσμα της συγκεκριμένης αυτής διάταξης θα εξασθένιζε, εάν οι πολίτες του Κράτους αυτού και πολίτες της Ένωσης δεν μπορούσαν να  επικαλεσθούν τον συγκεκριμένο κανόνα-οδηγία ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων.
   Περαιτέρω, το ΔΕΚ απεφάνθη ότι το Κράτος που δεν έχει προσαρμοσθεί εγκαίρως με το περιεχόμενο μιας Οδηγίας, δεν μπορεί να αντιτάσσει στους ιδιώτες τη δική του αμέλεια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, που πηγάζουν από την Οδηγία -ενώ αντιστρόφως το Κράτος-Μέλος δεν μπορεί να επιβάλει σε βάρος ιδιωτών υποχρεώσεις, βασιζόμενο σε διατάξεις Οδηγίας, της οποίας η αναγκαία μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο δεν έχει ακόμη επιχειρηθεί .

Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτουν τα εξής:
   α. Η πολιτική του ανατοκισμού (ως λαμβάνει και ελάμβανε χώρα) στα Ελληνικά Πιστωτικά Ιδρύματα παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού (άρθρο 81 και επ. ΣυνθΕΚ) στον Χώρο της ενιαίας –εσωτερικής αγοράς και
   β. Η σύναψη των δανείων που μας αφορούν, έγινε κατά παράβαση των Οδηγιών 87/102 και 90/88 του Συμβουλίου (Council)...
Επειδή ο τρόπος συμπεριφοράς των Ελληνικών Τραπεζών και ειδικότερα της ΑΤΕ Α.Ε. συνεπάγεται –κατά μία εκδοχή- και αθέμιτο ανταγωνισμό στα πλαίσια της ενιαίας –εσωτερικής αγοράς. (πρβλ. ενδεικτικώς ΔΕΚ 85/76 [LaRoche] Συλλ 1979, 461, επίσης ΔΕΚ υπ. 85/76 [LaRoche] Συλλ. 1979, 461). Περαιτέρω το Δικαστήριο (ΔΕΚ) και με σειρά άλλων αποφάσεών του έχει αποφανθεί και σε αντίστοιχες περιπτώσεις που αφορούν ευθέως την υπό κρίση περίπτωση. (βλ. ΔΕΚ υπ. 78/70 [Deutsche Grammophon/Metro] Συλλ. 1971, 487, ΔΕΚ υπ. 322/81 [Michelin] Συλλ. 1983, 3461, ΔΕΚ υπ. C-311/84 [Télémarketing] Συλλ. 1985, 3261,  Απόφαση της Επιτροπής [Continental Can -EE 1972, L-2/35], ΔΕΚ υπ. 40-48, 114/73 [Suiker Unie] Συλλ. 1976, 1663, υπ. 127/73 [SABAM] Συλλ. 1974, 313, ΔΕΚ υπ. 226/84 [British Leyland] Συλλ. 1986, 3263, υπ. 26/75 [General Motors] Συλλ. 1975, 1367, ΠΕΚ υπ. Τ-51/89 [Tetra Park] Συλλ ΙΙ-309, ΠΕΚ υπ. Τ-2/93 [Air France] Συλλ. 1994, ΙΙ-323)
   Επειδή η πιστωτική πολιτική και η πολιτική (εν γένει) τόκων και επιτοκίων ασκείται αποκλειστικώς και ανεξαρτήτως από την «Τράπεζα της Ελλάδος» (παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.2548/97).
   Επειδή η παρούσα μας αίτηση είναι αίτηση οφειλομένης νομίμου ενεργείας καθόσον:
   α. Υφίσταται νόμιμη υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί στην ικανοποίηση του αιτήματός μας (βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας 431/1977).
   β. Υποβάλλεται με την παρούσα το σχετικό αίτημα στο αρμόδιο Όργανο της Διοίκησης (βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας 44/1964) και
   γ. Νομιμοποιούμαστε για την υποβολή του παρόντος αιτήματος (βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας 1236/1971)
ΓΙ’ ΑΥΤΌ
   Με τη ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας
ΖΗΤΑΜΕ
   1. Να ασκήσετε την (αποκλειστική) αρμοδιότητά Σας
   2. Να εκδώσετε πράξη που θα αφορά τα δάνεια μας από την «Αγροτική Τράπεζα -ΑΤΕ Α.Ε. » κηρύσσοντας (κατά το μέρος που μας αφορά) παράνομο τον όποιο έπ' αυτών ανατοκισμό, σε εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω Οδηγιών υπ’ αριθμ. 87/102 και 90/88 του Συμβουλίου (Council), καθόσον έπί των συμβάσεων μας δεν αναφέρονταν το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο με ένα (τουλάχιστον) αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, ΑΠΟΚΛΕΙΟΜΕΝΟΥ μάλιστα του ανατοκισμού

Ο Πληρεξούσιος και
Αντίκλητος Δικηγόρος
Πέτρος ι. Μηλιαράκης

       ΟΙ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ
ακολουθούν οι υπογραφές ...

ΕΕ L 194 της 16.07.1973
EE L322 της 17.12.1977 και ΕΕ L168 της 18.07.1995
ΕΕ L386 της 30.12.1989 και EE L110 της 28.04.1992
EE  L110 της 28.04.1992
ΕΕ L135 της 31.05.1994
Βλ. ΔΕΚ, Van Gend and Loos, 1963, 26/62)
Βλ. ΔΕΚ, 6.10.1970, Grad, 9/70, Συλλ. 1970.825 επ.
Βλ. ΔΕΚ, 19.1.1982, Becker, 8/81, Συλλ. 1982.53, σκέψεις 21-24.
Βλ. ΔΕΚ, 1.3.1983, Επιτροπή/Βελγίου, Συλλ. 1983.467, σκέψη 13.
Βλ. ΔΕΚ, 8.10.1987, Kolpinghuis, 80/86, Συλλ. 1987.3969



Αποσπασματική Αρθρογραφία του Πέτρου Μηλιαράκη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ» στο φύλλο Απριλίου 2009

τα γενικά δεδομένα της ΚΑΠ

      Για όσους γνωρίζουν τα της «Κοινής Αγροτικής Πολιτικής» (ΚΑΠ) στα πλαίσια των τομεακών (και όχι οριζόντιων) πολιτικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ισχύουν τρία αδιαπραγμάτευτα δεδομένα: α) ότι τα αγροτικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν το 20% των δαπανών των καταναλωτών της Ένωσης, β) ότι ο εθνικός παρεμβατισμός έχει αντικατασταθεί από τον κοινοτικό παρεμβατισμό, και γ) ότι η διαχείριση της  ΚΑΠ συνεπάγεται την ύπαρξη κοινών τιμών και κοινών  εργαλείων διαχείρισης.
   Η όλη πολιτική της ΚΑΠ στηρίζεται σε τέσσερις κυρίαρχους πυλώνες: Α) στην κοινή χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης, Β) στην κοινή προστασία έναντι τρίτων Χωρών, Γ) στην εξασφάλιση επάρκειας εφοδιασμού των αγορών σε τρόφιμα και Δ) στη διαμόρφωση λογικών τιμών για τους καταναλωτές.
   Οι μεταρρυθμίσεις που έλαβαν (και λαμβάνουν) χώρα απαιτούν σκληρές διαπραγματεύσεις. Ας μη λησμονούμε τη θεωρία-πολιτική της «κενής καρέκλας» και τη διαδικασία του «συμβιβασμού του Λουξεμβούργου» που αφορούσαν τα ζητήματα «της χρηματοδότησης της γεωργικής πολιτικής».
   Οι συντάκτες της ιδρυτικής Συνθήκης της (τότε) Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,  είχαν βέβαιη τη θέση για το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η γεωργία. Έτσι ο ιστορικός Κοινοτικός Νομοθέτης ενέταξε το όλο «φάσμα» της αγροτικής πολιτικής στις κοινές κοινοτικές πολιτικές (αρθ. 3 παρ. 1ε και 32 και επ. ΣυνθΕΚ), μετά από τις έντονες πιέσεις της Γαλλίας η οποία επεδίωκε την προστασία του γεωργικού της δυναμικού, ως ένα «είδος άμυνας» έναντι των βιομηχανικών προϊόντων της Γερμανίας.
   Ωστόσο, αξιοσημείωτο είναι ότι πριν την «ένταξη» της γεωργικής πολιτικής στα πλαίσια των «κοινών πολιτικών», τα (τότε) Κράτη-Μέλη είχαν ήδη οργανώσει παρεμβατική γεωργική πολιτική με το σύστημα των άμεσων ενισχύσεων του εισοδήματος των γεωργών, με υπόδειγμα της πολιτικής αυτής τη Μεγάλη ΒρετανίαΗνωμένο Βασίλειο.

   Οι στόχοι της κοινής αγροτικής πολιτικής

   Αξιοσημείωτο ενταύθα είναι ότι στα πλαίσια της κοινής αγοράς (εσωτερικής αγοράς) εντάσσεται τόσο η γεωργία όσο και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων (βλ. άρθρο 32 παρ. 1 ΣυνθΕΚ).
   Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι η υλοποίηση των στόχων της ΚΑΠ  (αντιμαχόμενων σε πολλά σημεία), έχει ανατεθεί στη διακριτική ευχέρεια των κοινοτικών Οργάνων, τα οποία έχουν την αρμοδιότητα για περιορισμένο –όμως- χρονικό διάστημα, να εγκρίνουν προτεραιότητες, σε συγκεκριμένους κοινοτικούς στόχους, σε βάρος όμως άλλων προβλεπόμενων κοινοτικών στόχων (π.χ. τα κοινοτικά Όργανα μπορούν για να εξασφαλισθεί ο εφοδιασμός με τρόφιμα, να παραβλεφθεί η διασφάλιση του λογικού επιπέδου τιμών για τον καταναλωτή).
   Οι γενικοί δε στόχοι της ΚΑΠ πραγματοποιούνται με τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων μέσων. Τα μέσα αυτά κυρίως είναι:

  •  η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών (άρθρο 34 ΣυνθΕΚ),
  •  τα διάφορα μέτρα στήριξης (άρθρο 35 ΣυνθΕΚ),
  •  ο ειδικότερος έλεγχος του ανταγωνισμού (άρθρο. 36 ΣυνθΕΚ),

   ο έλεγχος του ανταγωνισμού στα πλαίσια της ΚΑΠ
   Ενδιαφέρον παρουσιάζει στα πλαίσια των κοινοτικών πολιτικών και ο έλεγχος του ανταγωνισμού όσον αφορά τις ενισχύσεις των αγροτών, που μπορούν να λαμβάνουν χώρα. Ενταύθα επισημειώνεται ότι οι διατάξεις που αφορούν στους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται κατ’ αρχήν στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, παρά μόνο στο μέτρο που αποφασίζεται από το Συμβούλιο η ενεργοποίηση των κανόνων του ανταγωνισμού (βλ. άρθρο 36 ΣυνθΕΚ).
   Στα πλαίσια αυτής της διακριτικής ευχέρειας, το Συμβούλιο εξέδωσε τον Κανονισμό 26/1962, με τον οποίο όρισε ότι οι κανόνες του  πρωτογενούς Κοινοτικού Δικαίου (βλ. άρθρα 81-86 ΣυνθΕΚ), όπως επίσης  και οι κανόνες του παράγωγου Κοινοτικού Δικαίου, εφαρμόζονται «εν μέρει» και «εξαιρετικώς» όσον αφορά την παραγωγή των γεωργικών προϊόντων και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων.
   Ειδικότερα ως προς τις ενισχύσεις προβλέπονται σημαντικές εξαιρέσεις από τις γενικές πολιτικές περί ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτών των εξαιρετικών πολιτικών επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων για την προστασία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που μειονεκτούν είτε λόγω διαρθρωτικών καταστάσεων είτε λόγω φυσικών συνθηκών. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι επιτρέπονται ενισχύσεις, που θεωρούνται ότι δεν νοθεύουν τον ανταγωνισμό, εφόσον αφορούν «ιδιαίτερα προγράμματα» γεωργικής οικονομικής ανάπτυξης.

   η ... «επανεθνικοποίηση»(!) της ΚΑΠ
   Ενταύθα επιβάλλεται να αναφερθούμε στην οριοθέτηση των κοινοτικών και εθνικών αρμοδιοτήτων στον τομέα της γεωργίας.
   Το ΔΕΚ αρχικώς τάχθηκε  υπέρ της αποκλειστικής κοινοτικής αρμοδιότητας. Ωστόσο, με μεταγενέστερες αποφάσεις του (το ΔΕΚ) έκρινε ότι εθνικά μέτρα είναι επιτρεπτά, στο βαθμό όμως που αυτά δεν αντίκεινται στους κοινοτικούς κανόνες δικαίου. Κατά συνέπεια για τις διαδικασίες της ΚΑΠ υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα τόσο στο επίπεδο της Κοινότητας όσο και στο επίπεδο των Κρατών-Μελών. Σε κάθε όμως περίπτωση η Κοινότητα κατέχει την αποκλειστική αρμοδιότητα ελέγχου των εθνικών μέτρων ως προς συμβατό αυτών των μέτρων με την κοινοτική νομοθεσία. Κλασσική δε περίπτωση ...«επανεθνικοποίησης»(!) της ΚΑΠ αποτελεί το άρθρο 42 του Κανονισμού 1782/2003, το οποίο επιτρέπει κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις άμεσες πληρωμές στους γεωργούς.

   Ο νέος μηχανισμός στήριξης του γεωργικού εισοδήματος

   Στους γενικούς στόχους της Κοινότητας από το έτος 2000 έχουν θεσπισθεί νέοι Κανονισμοί για την οργάνωση των αγορών των αγροτικών προϊόντων. Οι νέοι αυτοί Κανονισμοί εισάγουν σταδιακώς τη μείωση των προβλεπόμενων τιμών στήριξης και αντισταθμίζουν βαθμιαίως, (τη μείωση αυτή), με το νέο σύστημα της στήριξης του εισοδήματος των αγροτών. Απώτερος στόχος της νέας αυτής πολιτικής είναι να επιτευχθεί η ανταγωνιστικότητα των κοινοτικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές.
   Το σύστημα των τιμών που επί έτη υπήρξε ο κανόνας , οδήγησε πολλούς γεωργούς ως μονάδες και ως «Οργανωμένα σύνολα» στο να παράγουν χωρίς έρευνα αγοράς και πέραν των αναγκών της ζήτησης, εφόσον είχε διασφαλιστεί η υποχρεωτική αγορά των παραγόμενων ποσοτήτων. Η υπερπαραγωγή όμως αυτή επιβάρυνε ιδιαιτέρως τα Κοινοτικά Ταμεία, με συνέπεια την άσκηση έντονων πιέσεων για τη μη περαιτέρω «νομιμοποίηση» αυτών των αλόγιστων πρακτικών.
   Αντίστοιχη δε πίεση ασκείται στην «λογική» αυτή (της «αλόγιστης παραγωγής») και από το διεθνές περιβάλλον, ιδίως στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), καθόσον ο κοινοτικός προστατευτισμός των γεωργικών προϊόντων οδηγούσε σε στρεβλώσεις τον ανταγωνισμό. Συνεπώς η άρση των στρεβλώσεων αυτών κατέστη αδήριτη ανάγκη.
Η συμφωνία του Γύρου της Ουρουγουάης στην οποία κατέληξαν τελικώς τα 147 μέλη στο Forum του ΠΟΕ όρισε μείωση των γεωργικών ενισχύσεων που προκαλούν στρέβλωση του εμπορίου. Η συμφωνία όμως αυτή, βεβαίως και δεν υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να καταργήσει τη στήριξη του εισοδήματος των αγροτών.
   Η πραγματικότητα των αλόγιστων πρακτικών που προαναφέρθηκε άρχισε να προβληματίζει ήδη από το 1992 με αποκορύφωμα εισαγωγής νέων πολιτικών το 2003, με την έκδοση του Κανονισμού 1782/2003. Ο Κανονισμός αυτός αποσυνδέει πλέον τις ενισχύσεις από την παραγωγή και επικεντρώνεται στην ενίσχυση του εισοδήματος των αγροτών.
   Η μεταρρύθμιση του 2003 συμπληρώθηκε το 2004 με τα «μεσογειακά προϊόντα» και τη ζάχαρη. Οι μεσογειακοί γεωργικοί κλάδοι (όπως το βαμβάκι και ο καπνός), αντιμετωπίστηκαν με μεγαλύτερη ευελιξία. Η ευελιξία αφορά ορισμένες «Περιφέρειες» καθώς και «χαρακτηριστικές καλλιέργειες». Προς στήριξη δε αυτών των «Περιφερειών» και των «χαρακτηριστικών καλλιεργειών», θεσπίσθηκαν νέες ενισχύσεις για το βαμβάκι, το ελαιόλαδο, τις επιτραπέζιες ελιές και το λυκίσκο που συμπεριλήφθηκαν στο αποσυνδεδεμένο σύστημα ενιαίας ενίσχυσης.

οι νέες πολιτικές στην Κοινότητα
Οι νέες πολιτικές στην Κοινότητα επιδιώκουν να αντιστοιχίσουν την κοινοτική παραγωγή αγροτικών προϊόντων στις ανάγκες της αγοράς –στην εκδηλούμενη ζήτηση δηλαδή. Πέραν όμως αυτού θέτουν και ζητήματα που αφορούν στην ανάπτυξη της γεωργικής υπαίθρου, καθώς  και στην ποιότητα των τροφίμων.
Από το έτος 2006 έχει αρχίσει να εφαρμόζεται μια νέα λογική στην κοινοτική αγροτική πολιτική, λόγω και της διεύρυνσης της Κοινότητας με την εισδοχή και των νέων 12 Κρατών-Μελών των οποίων οι οικονομίες ευρίσκονται ενδεχομένως σε δυσχερή και ίσως σε απόκρημνη κατάσταση.
Ανεξαρτήτως όμως των επιμέρους οικονομιών των Κρατών-Μελών,  η βασική φιλοσοφία της νέας ΚΑΠ είναι: στήριξη του παραγωγού, κατάργηση της στήριξης της παραγωγής. Ο γεωργός, έχοντας διασφαλίσει ένα ελάχιστο εισόδημα, πρέπει να σχεδιάζει την παραγωγή του με βάση τα κριτήρια της αγοράς, που θα του επιτρέψουν να παράγει περισσότερα και σε καλλίτερη τιμή, αυξάνοντας έτσι περαιτέρω το εισόδημά του. Αυτή είναι η νέα λογική της ΚΑΠ που απαιτεί αποτελεσματικές-λυσιτελείς πολιτικές πρωτοβουλίες.

   «η κενή καρέκλα» και «ο συμβιβασμός του Λουξεμβούργου»
   Προδήλως βέβαιον είναι ότι από το 2013 και μετά, η ΚΑΠ θα κινείται σε νέο περιβάλλον. Συνεπώς οι κυβερνήσεις των Κρατών-Μελών θα πρέπει να προβούν σε σκληρές διαπραγματεύσεις ενόψει αυτών των εξελίξεων. Επανερχόμαστε δε στο παράδειγμα «της κενής καρέκλας» και «του συμβιβασμού του Λουξεμβούργου». Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι το 1965 η (τότε) Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα βρέθηκε ενώπιον κοινοτικής κρίσης. Η κοινοτική κρίση αφορούσε την χρηματοδότηση της ΚΑΠ. Η έντονη διαφωνία της Γαλλίας, είχε ως αποτέλεσμα την εξάμηνη αποχή της από τις κοινοτικές διαδικασίες («πολιτική της κενής καρέκλας»).  Η κρίση αυτή κατέληξε στη δέσμευση της «συμφωνίας κυρίων». Η συμφωνία αυτή έχει ως εξής: Όταν από απόφαση, που πρόκειται να ληφθεί με πλειοψηφία, κινδυνεύουν «σπουδαία συμφέροντα» Κράτους-Μέλους, τότε αναβάλλεται η λήψη της απόφασης, μέχρι να επιτευχθεί η λύση που ικανοποιεί το συγκεκριμένο Κράτος-Μέλος. Η συμφωνία αυτή που επικράτησε να ονομάζεται «συμβιβασμός του Λουξεμβούργου» και η οποία επεξέτεινε την ομοφωνία στις περισσότερες περιπτώσεις λήψης αποφάσεων, αποτέλεσε την κυριότερη αιτία στασιμότητας στην Κοινότητα, ιδιαιτέρως στη δεκαετία του 1970.
   Τούτων δοθέντων είναι πρόδηλο ότι η πολιτική που αφορά στην παραγωγή των γεωργικών προϊόντων, στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων και στον αγροτικό πληθυσμό, απαιτεί όχι μόνο ικανότητα, αλλά και πρόθεση σκληρής διαπραγμάτευσης! Τέτοια ικανότητα και πρόθεση δεν επέδειξε και δεν μπορεί να επιδείξει η παρούσα νεοδεξιά διακυβέρνηση. Εξού λόγου και το «αγροτικό ζήτημα» δεν είναι αντικείμενο των άσχετων και μη ικανών.
Ειδικότερα ως προς τους αγρότες του Νομού Ηρακλείου και στην αντιμετώπιση που έχουν από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιον επισημειώνεται ότι: οι αγρότες του Νομού Ηρακλείου δεν ανέχονται να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας και παραγωγοί τρίτης κατηγορίας.
   Αυτό δε, θα το κατανοήσει καλύτερα η Νέα Δημοκρατία από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των εθνικών εκλογών -όποτε αυτές λάβουν χώρα...



Αποσπασματική Αρθρογραφία του Πέτρου Μηλιαράκη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ» στο φύλλο Απριλίου 2009

η εξέλιξη της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ)

      Η ΚΑΠ εκπλήρωσε σε μεγάλο βαθμό τους βασικούς στόχους της. Η Κοινότητα σήμερα είναι αυτάρκης σε όλα σχεδόν τα βασικά αγροτικά προϊόντα-γης και αλιείας. Το κόστος όμως γι’ αυτή την επιτυχία υπήρξε προδήλως υψηλό. Η παραγωγή και οι εγγυήσεις των τιμών της ΚΑΠ δημιούργησαν πλεονάσματα σε τομείς όπως είναι τα σιτηρά, το βοδινό κρέας και το γάλα. Η τεχνολογία, άλλωστε, συνετέλεσε στην αύξηση της παραγωγής, ενώ οι τροποποιήσεις των διατροφικών συνθηκών επέφεραν  σε μεγάλο βαθμό μείωση της ζήτησης. Έτσι οι δαπάνες της ΚΑΠ αυξήθηκαν χωρίς όμως να υπάρξει και παράλληλη αύξηση των εισοδημάτων των γεωργών.
    Πυρήνα της ΚΑΠ αποτελούσε το σύστημα των εγγυημένων τιμών για απεριόριστη παραγωγή. Οι γεωργοί ελάμβαναν μια ελάχιστη τιμή για τα προϊόντα τους, ακόμη και αν τα πωλούσαν ως πλεονάσματα με σκοπό την αποθήκευση και τη μεταπώληση στη διεθνή αγορά ή την απόσυρση για καταστροφή τους.
    Αρχικώς η ΚΑΠ είχε καταλήξει να προσφέρει ελάχιστη ουσιαστική υποστήριξη, κυρίως στους μικρούς γεωργούς και σε εκείνους των λιγότερο ευνοημένων Περιοχών. Ωστόσο από το έτος  1984 και μετά, καθιερώθηκε ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής με το οποίο καταβλήθηκε προσπάθεια να προσαρμοστεί η παραγωγή στη ζήτηση, ενώ το έτος 1988 επιβλήθηκε ένα ανώτατο όριο στις μελλοντικές δαπάνες της Κοινότητας για τη γεωργία.
    Μια συνολική μεταρρύθμιση της ΚΑΠ κατέστη αναγκαία το έτος 1992, με στόχο να σταματήσει ο φαύλος κύκλος που ελάμβανε χώρα λόγω των υψηλών τιμών και της υπερβολικής παραγωγής. Με την αναμόρφωση της ΚΑΠ επιχειρήθηκε η μετάβαση από την επιδότηση των τιμών στην άμεση επιδότηση του εισοδήματος των γεωργών, ενώ οι μεταρρυθμίσεις αφορούν κυρίως τα σιτηρά, τους ελαιούχους σπόρους, τα πρωτεϊνούχα προϊόντα και το βοδινό κρέας. Στη νέα λογική της ΚΑΠ προβλέφθηκε η μείωση των τιμών των σιτηρών, η αφαίρεση καλλιεργήσιμης γης από την παραγωγή των σιτηρών, η μείωση της τιμής του βοδινού κρέατος, η πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών ηλικίας άνω των 55 ετών κ.ά.
    Με βάση αυτή τη μεταρρύθμιση, τα πλεονάσματα τέθηκαν υπό έλεγχο (αν και στο γαλακτομικό τομέα υφίστανται ακόμη προβλήματα). Ήδη, παρά τα θετικά αποτελέσματα που επέφερε η μεταρρύθμιση του έτους 1992, μια νέα μεταρρύθμιση (της «μεταρρύθμισης») κατέστη αναγκαία.
    Η «Ατζέντα 2000» έθεσε ως στόχο τη βαθμιαία, αλλά σε βάθος μεταρρύθμιση της «ΚΑΠ του 1992», ώστε να μπορεί αυτή να ανταποκριθεί στις εμφανιζόμενες ανάγκες και στα νέα διεθνή δεδομένα.
    Η νέα μεταρρύθμιση του έτους 2003 αποτέλεσε ίσως την απάντηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στις νέες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της νέας διεύρυνσης. Η πραγματικά μεγάλη αλλαγή του έτους 2003, που τώρα (κατ’ ουσίαν) αρχίζει να εφαρμόζεται, αναμένεται να έχει επιδράσεις, τόσο στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, όσο και στα δημοσιονομικά μεγέθη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή υπόσχεται μια νέα πορεία, η οποία θα περιορίζει την υπερπαραγωγή πλεονασμάτων και θα εξισορροπεί την προσφορά με τη ζήτηση. Αυτή όμως η νέα λογική αναμένεται να κριθεί εκ του αποτελέσματος: στο κατά πόσον δηλαδή α) θα έχει θετική πορεία και θετικά αποτελέσματα στο επίπεδο της κατανάλωσης και στο κατά πόσον  β) θα διατηρήσει σε υψηλό επίπεδο τα εισοδήματα των γεωργών. Επίσης:
    Στα πλαίσια της «παγκοσμιοποίησης» μένει να αποδειχθεί εάν με τη «νέα μεταρρύθμιση του 2003», η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα είναι έτοιμη για τους «νέους γύρους» διαπραγματεύσεων που θα λάβουν χώρα στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).
    Στα πλαίσια των νέων πολιτικών δεν θα πρέπει οι έχοντες την ευθύνη των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να λησμονούν ότι ο αριθμός των γεωργών και των καλλιεργήσιμων γαιών  έχει αυξηθεί σημαντικώς στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την προσχώρηση των 12 νέων Κρατών-Μελών. Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει από τους χειρισμούς των εντεταλμένων Οργάνων της Κοινότητας ότι σήμερα η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει στους κόλπους της περίπου 22 εκατομμύρια γεωργούς και ότι οι  καλλιεργήσιμες εκτάσεις με τη διεύρυνση αυξήθηκαν κατά 30%.
    Συνεπώς βρισκόμαστε ενώπιον νέων ιστορικών προκλήσεων και ιδιαιτέρως κρίσιμων πολιτικών επιλογών!..
    Τούτων δοθέντων η Ελλάδα καλείται να πολιτευθεί σε κρίσιμες συνθήκες, να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις και να διαπραγματευθεί με τον πιο σκληρό τρόπο τα δίκαια αιτήματα των αγροτών της.