gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

ο άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ

υπό το βλέμμα των ΗΠΑ

  • ο ρόλος της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ στο κρίσιμο ζήτημα και μια προσέγγιση εν όψει ευρωεκλογών

 

Ο στρατηγικός έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου σε όλα τα επίπεδα (αμυντικό, οικονομικό, ενεργειακό) αποτελεί πλέον το κύριο «σημείο» αντιθέσεων γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής αξίας και σημασίας και εστιάζει πρωτίστως στα αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Ταυτοχρόνως όμως υφίστανται δικαιώματα και συμφέροντα και άλλων χωρών με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας. Στα συμφέροντα αυτά και στα δικαιώματα αυτά ασφαλώς εμπλέκονται η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ.

Σαφές είναι δε ότι η Ουάσιγκτον προχωρεί συνεχώς σε ενίσχυση της παρουσίας της στην περιοχή, λαμβάνοντας πρωτίστως υπ’ όψιν τον ήδη υφιστάμενο άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Η σταδιακή δε σύνδεση των Ηνωμένων Πολιτειών με το συγκεκριμένο άξονα αφορά στρατηγική επιλογή Λευκού Οίκου-Πενταγώνου-Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με ορίζοντα την προώθηση ειδικότερων σχέσεων και με άλλες χώρες όπως: η Αίγυπτος, η Ιορδανία και ο Λίβανος, μη εξαιρουμένων των συνθηκών ως προς το «Συριακό». Ειδικότερα κατά το μέρος που αφορά στην Αίγυπτο είναι προφανές ότι ασκεί σημαντική επιρροή στα διαδραματιζόμενα στην περιοχή. Σε κάθε περίπτωση δε η παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στην τριμερή Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ (Τσίπρας-Αναστασιάδης-Μετανιάχου) αφορά παράσταση πολυσήμαντη με πολλούς αποδέκτες.

Με τούτα τα δεδομένα και ενόψει των ενεργειακών κυρίως εξελίξεων στον επίμαχο χώρο, από πλευράς Τουρκίας επιχειρείται πολιτική έντασης στην περιοχή. Η ένταση αυτή δεν αφορά μόνο στο να προκαλούνται έννομα δικαιώματα και συμφέροντα ως προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Η «παρεμβατική» πολιτική της Τουρκίας στην περιοχή αφορά ταυτοχρόνως και έκδηλη αντίθεση έναντι του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, ενώ πρόδηλο είναι ότι η Άγκυρα επιδίδεται στο να συμμετέχει και να στηρίζει τον «αντιάξονα» Ρωσίας-Τουρκίας-Ιράν, που δημιουργεί ζητήματα ακόμη και ασφάλειας ως προς το Ισραήλ.

Η πολιτική αυτή της Άγκυρας καταρχάς και καταρχήν περιπλέκει σε «Νατοϊκό επίπεδο» τα πράγματα, ασφαλώς δε όχι επ’ ωφελεία της Τουρκίας. Άλλωστε, είναι πλέον εμφανής η πολιτική της Ουάσιγκτον ότι επιδιώκει σταδιακή παρουσία και συμμετοχή στην τριμερή Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, πρωτίστως σε adhoc επίπεδο, δηλαδή 3+1, ενώ ταυτοχρόνως εναντιώνεται για την προαναφερόμενη πολιτική της Άγκυρας, όχι μόνο ως προς το Ισραήλ, αλλά και ως προς την ειδικότερη σχέση που έχει δημιουργήσει η Άγκυρα με Μόσχα και Τεχεράνη. Άξιο βεβαίως επισημείωσης είναι ότι η πολιτική της Ουάσιγκτον μέχρι και τον παρόντα χρόνο τηρεί μια κατ’ αρχήν «ουδετερότητα» για τις ασύμμετρες απειλές της Τουρκίας κατά της Ελλάδας. Η «ουδετερότητα» όμως αυτή λόγω των εμμονών της Άγκυρας στις προαναφερόμενες πολιτικές της, δεν απομένει παρά να επαναξιολογηθεί.

Τα προαναφερόμενα δημιουργούν ασφαλώς ένταση όχι μόνο στη Μεσόγειο αλλά και στο Αιγαίο. Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές διασυνδέονται ευθέως (και) με τις ευρύτερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου εξ αντικειμένου αφορούν ευθέως και στις ευρωεκολογές. Και τούτο γιατί Μητροπολιτικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία), όχι μόνο είναι αδιάφορες για τα όσα λαμβάνουν χώρα στη Μεσόγειο, αλλά αντιθέτως και κυρίως η Γαλλία και η Ιταλία, έχουν άμεση εμπλοκή στα «ενεργειακά ζητήματα της Μεσογείου» και συνεπώς διατηρούν ιδιαίτερα συμφέροντα τα οποία οφείλουν (και πρέπει) να υπερασπισθούν.

Συνεπώς: στο πλαίσιο των ενωσιακών ευρωπαϊκών πολιτικών μπορεί να τεθούν ζητήματα ευρύτερης άμυνας και ειδικότερης ασφάλειας αναφορικώς με τη Μεσόγειο. Δεν αποκλείεται δηλαδή, να λειτουργήσουν οι δεσμεύσεις που αφορούν στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Ως εκ τούτου εγείρονται κρίσιμα ζητήματα για τις ευρωεκλογές και στο κατά πόσον εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα αυξηθούν οι δυνάμεις της ακροδεξιάς και των κομμάτων του λαϊκισμού που εμφορούνται από πρόδηλο αντισημιτισμό και από έντονο εθνικισμό και σε τελευταία ανάλυση από αντιευρωπαϊσμό.

  • ο κίνδυνος αντιευρωπαϊσμού και αντισημιτισμού

Τον κίνδυνο αυτό, στη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να επικρατήσει λόγω των εκλογών του Μαΐου 2019, η ακροδεξιά αντίληψη, ο λαϊκισμός, ο αντιευρωπαϊσμός και ο αντισημιτισμός, υπογράμμισαν ήδη άνθρωποι του πνεύματος με τη διακήρυξη ενός «φιλοευρωπαϊκού μανιφέστου» το οποίο κατά αποκλειστικότητα δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Libération.

Με το μανιφέσταο αυτό διανοούμενοι φιλοευρωπαϊστές προειδοποίησαν ότι μπορεί οι προσεχείς εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να είναι εξόχως καταστροφικές εάν επικρατήσουν ακροδεξιοί και λαϊκιστές πολιτικοί. Εφόσον δε επικρατήσουν οι πολιτικοί αυτοί, μπορεί να προκληθεί σειρά «εκρήξεων ξενοφοβίας και αντισημιτισμού». Περιττό δε να επισημειωθεί ότι ιστορικά η πιο ακραία και βιαιότερη έκφραση του αντισημιτισμού αφορά στο Ολοκαύτωμα και στις πολιτικές της ναζιστικής Γερμανίας του Γ’ Ράιχ. Εφόσον δε αναβιώσουν τέτοιες αντιλήψεις ή έστω ότι υπάρχουν και «κάποια κατάλοιπα», η τοξικότητα αυτή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό πρέπει να εκλείψει με ευθύνη κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενου και αξιοπρεπούς πολίτη.

Η πρωτοβουλία αυτή, μέσω της Libération, που αφορά στους φιλοευρωπαϊστές και υποστηρικτές των αρχών και αξιών του σύγχρονου νομικού και πολιτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, οφείλεται πρωτίστως στο Γάλλο συγγραφέα και διανοούμενο Μπερνάρ Ανρί-Λεβί, ο οποίος έχει επανειλημμένως τοποθετηθεί ενάντια στο λαϊκισμό που τον θεωρεί «προπέτασμα καπνού του νεοφασισμού».

  • οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης

            α) Ήδη η «Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση» (1992-1993), εισήγαγε ως ενωσιακή λειτουργία τη Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (CommonForeignandSecurityPolicy (ΚΕΠΠΑ-CFSP)).

            β) Η πολιτική αυτή επιβεβαιώθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, όπου δυνάμει του άρθρου 42 παρ. 1 «η κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας. Εξασφαλίζει στην Ένωση επιχειρησιακή ικανότητα βασισμένη σε μη στρατιωτικά και στρατιωτικά μέσα. Η Ένωση μπορεί να κάνει χρήση των μέσων αυτών σε αποστολές εκτός της Ένωσης προκειμένου να διασφαλίζει τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η εκτέλεση των καθηκόντων αυτών βασίζεται στα μέσα που παρέχουν τα κράτη μέληΕνώ:

Σύμφωνα με την παρ. 2, δεύτερο εδάφιο του άρθρου 42 της Συνθήκης της Λισαβόνας: «Η πολιτική της Ένωσης κατά την έννοια του παρόντος τμήματος δεν επηρεάζει την ιδιαιτερότητα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών και σέβεται τις υποχρεώσεις που απορρέουν για ορισμένα κράτη μέλη τα οποία θεωρούν ότι η κοινή τους άμυνα υλοποιείται στα πλαίσια της οργάνωσης της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ), δυνάμει της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού, και συμβιβάζεται με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο αυτό.» Επίσης:

            γ) Η Ευρωπαϊκή Ένωση από 11 Δεκεμβρίου 2017 έχει θεσπίσει Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία - PermanentStructuredCooperation (PESCO) όπου κύρια δύναμη είναι η Γαλλία, ως πυρηνική δύναμη. Μη συμμετοχή έχουν δηλώσει η Δανία, η Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. Brexit). Ενώ:

            δ) Η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει προχωρήσει και στη δημιουργία Στρατιωτικής Δυνατότητας Σχεδίασης και Διεξαγωγής Επιχειρήσεων MilitaryPlanningandConductCapability (MPCC), με στόχο τη βελτίωση των δομών διαχείρισης κρίσεων.

Άξιο αναφοράς είναι δε ότι στις 25 Ιουνίου 2018 το Συμβούλιο θέσπισε κανόνες διακυβέρνησης ως προς την PESCO και στις 19 Νοεμβρίου 2018, επίσης το Συμβούλιο ενέκρινε περαιτέρω έργα αφορόντα στην άμυνα και στην ασφάλεια για την εξασφάλιση επιχειρησιακής ετοιμότητας σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, καθώς και στην κυβερνοάμυνα.

  • η αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Οι αποφάσεις που αφορούν στην κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας και ειδικότερα η κοινή αμυντική πολιτική που οδηγεί σε κοινή άμυνα, βεβαίως λαμβάνεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και μάλιστα με ομοφωνία
(βλ. άρθρο 42 παρ. 2 ΣΕΕ). Ωστόσο:

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας -European Defence Agency (EΟΑ- EDA) σύμφωνα με το άρθρο 45 ΣΕΕ, τίθεται υπό την εξουσία του Συμβουλίου. Παρά δε που τα Όργανα αυτά καθορίζονται ως κατ’ εξοχήν Όργανα αποφάσεων, εν τούτοις επουδενί πρέπει να παραγνωρίζεται ο ουσιώδης ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Και τούτο γιατί:

«Ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ζητά τακτικά τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τις κύριες πτυχές και τις βασικές επιλογές της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και της κοινής πολιτικής ασφαλείας και άμυνας και το ενημερώνει για την εξέλιξη των εν λόγω πολιτικών. Μεριμνά ώστε να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι ειδικοί εντεταλμένοι μπορούν να συμμετέχουν στην ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να απευθύνει ερωτήσεις ή να διατυπώνει συστάσεις προς το Συμβούλιο και τον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης. Διεξάγει δύο φορές κατ’ έτος συζήτηση για την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην εφαρμογή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, συμπεριλαμβανόμενης της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.» (Βλ. άρθρο 36 ΣΕΕ). Άλλωστε:

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ήδη διακηρυγμένος με το σχετικό ψήφισμα της 19ης/2/2009 αναφορικώς με το ρόλο του ΝΑΤΟ στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. 2008/2197/INI/ 2010/C 76 E/14).

Για το ψήφισμα αυτό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχοντας υπ’ όψιν:

α) την κοινή δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης-ΝΑΤΟ της 16ης Δεκεμβρίου 2002,

β) τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών,

γ) τη Συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού,

δ) τη Συνθήκη της Λισαβόνας,

ε) την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 2003,

στ) τη δήλωση της Συνόδου Κορυφής του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου του Βουκουρεστίου της 3ης Απριλίου 2008,

ζ) τα όσα διακηρύχθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ για τις κοινές αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, και των μη διακρίσεων, αποδεχόμενο παραλλήλως ως Όργανο ενωσιακής πολιτικής ότι η στρατηγική των ευρωπαϊκών πολιτικών οφείλει να είναι πλήρως συμβατή με το Διεθνές Δίκαιο, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσει να αναπτύσσει αποστολές και να προσφέρει βοήθεια, όπου χρειάζεται. Περαιτέρω διακήρυξε την αναγκαιότητα να αναπτύξουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ συνολική προσέγγιση για τη διαχείριση των κρίσεων.

  • ως κατακλείδα

Με τούτα τα δεδομένα αυξημένη παρουσία ακροδεξιών, λαϊκιστικών, και ναζιστικών δυνάμεων εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα δημιουργεί προβλήματα λόγω εθνικισμού, αντιευρωπαϊκής αντίληψης και αντισημιτισμού, και θα παρεμβάλει με όλους τους τρόπους αντιθέσεις όχι μόνο ως προς τον κρίσιμο άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, αλλά θα δημιουργεί και ευρύτερα ζητήματα πολιτικής κρίσης. Ως εκ τούτου επιβάλλεται η συσπείρωση των ευρύτερων ευρωπαϊκών δημοκρατικών δυνάμεων και των Λαών της Μεσογείου απέναντι στο νεοφασισμό, στον αντιευρωπαϊσμό και στο ναζισμό!