gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

εδώ Βερολίνο:

η Γερμανία δεν είναι κράτος «κανονικότητας

            Η παραμονή μου τούτες τις ημέρες στο Βερολίνο, μου έδωσε τη δυνατότητα συνομιλιών με αγγλομαθείς συναδέλφους μου και ως εκ τούτου μου δόθηκε η ευκαιρία για μια πιο αυθεντική προσέγγιση της πολιτικής κατάστασης της Γερμανίας. Με τούτη την προδιάθεση, υπ’ όψιν τα εξής:

  • ·η Γερμανία σήμερα

            Η Γερμανία σήμερα δεν είναι μόνο μια σημαντικότατη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά λόγω και της οικονομικής της ευρωστίας, καταλαμβάνει «δεσπόζουσα θέση» στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Παρ’ όλα αυτά (για να είμαστε ακριβείς), η συμμετοχή της στο παγκόσμιο ΑΕΠ δεν είναι τόσο σημαντική όσο μπορεί να της αποδίδεται. Βεβαίως, οι αμετάκλητες νομισματικές ισοτιμίες και η δυναμική της οικονομίας της Γερμανίας συσσώρευσαν πλούτο σε βάρος των κρατών-μελών του Νότου, και της έδωσαν προβάδισμα στη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, καλό θα είναι αυτή η διαδικασία να μην μετασχηματίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια οριστική σχέση «Μητρόπολης-Περιφέρειας», αλλά ούτε να δημιουργήσει και επιφαινόμενο Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, καθόσον μια τέτοια εξέλιξη αποτρέπει την ολοκλήρωση μιας πράγματι Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας.

  • μια σύντομη ιστορική αναφορά

            Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η αποσύνθεση συνολικώς του λεγόμενου «Ανατολικού Μπλοκ» και συνεπώς η πάροδος του μεταπολεμικού Ψυχρού Πολέμου (του οποίου «φωτεινά κενά» αποτελούσαν οι ειρηνευτικές πρωτοβουλίες του Willy Brandt μέσω της Οστπολιτίκ), ως ιστορικά γεγονότα οδήγησαν τελικώς στην ενοποίηση των «δύο Γερμανιών», με συνέπεια η ενωμένη σήμερα Γερμανία να αποτελεί τη νομική συνέχεια του Γ’ Ράιχ.

            Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, που σηματοδότησε την ένωση των δύο Γερμανιών, έθεσε και το «νομικό ζήτημα της ενοποίησης». Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα αυτό θεωρητικώς αφορούσε «διεύρυνση». Δηλαδή, τυπικώς αφορούσε ένταξη στον τότε κοινοτικό χώρο, νέου κράτους-μέλους με τη συνένωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR) και της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γερμανίας (BRD). Για τη διαδικασία αυτή οι Αρχηγοί των κρατών-μελών της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Δουβλίνο, στις 24 Απριλίου 1990, προέβησαν σε Δήλωση ότι: δεν απαιτούνταν ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις. Αυτό αφορά μια suigeneris διεύρυνση της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αντιστοίχως η Ενωμένη Γερμανία δεν αφορά διάδοχο κράτος, αλλά διευρυμένη συνέχεια της πρώην Δυτικής Γερμανίας, με πρωτεύουσα το Βερολίνο. Η Σύμβαση δε μεταξύ της DDR και της BRD για το σχηματισμό της Ενιαίας Γερμανίας συνομολογήθηκε στο Βερολίνο στις 31 Αυγούστου 1990.

            Εν προκειμένω άξιο επισημείωσης είναι ότι η προαναφερόμενη απίστευτη για τη δεκαετία του 1980 «διεύρυνση» έχει διαμορφώσει παράκεντρα εξουσιών, και «συγκεκριμένη ελίτ» που καθορίζει την πολιτική κρατών του λεγόμενου τέως Ανατολικού Μπλοκ, προς όφελος της γερμανικής κυρίως οικονομίας.

  • να αποτραπεί η «κρίση»

            Περαιτέρω η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος που κατ’ ουσίαν αφορά συμφωνίες αμετάκλητων ισοτιμιών, η ανισόμερη ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο εντός της ευρωζώνης διαχωρισμός βορείων και νοτίων ή άλλως δανειστών και δανειζόμενων, αλλά και η ύπαρξη σημαντικού αριθμού κρατών-μελών με απόκλιση οικονομιών αλλά και με «παρέκκλιση» λόγω μη εισαγωγής του ευρώ ως νομίσματος, δημιουργούν καταστάσεις που σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών συνιστούν πολλαπλά επίπεδα επιρροών, πολύκεντρα, επιμέρους σφαίρες επιρροής και μια ασαφή κατεύθυνση προς τα «πού» βαδίζει η Ευρώπη η οποία οραματίζεται δια του Προέδρου της Επιτροπής Jean-ClaudeJuncker διάφορες (τουλάχιστον πέντε) «ταχύτητες»… Έτσι όμως ο βηματισμός διαφόρων διασκελισμών δεν μπορεί να οδηγεί στην αυτή κατεύθυνση και στα αυτά αποτελέσματα. Συνεπώς παραμένει κύριο ερώτημα «πώς», και μάλιστα «από τα μέσα» θα υπάρξει ανατροπή των πολιτικών που θα διαμορφώσουν μια άλλη Ευρώπη, την Ευρώπη της κοινωνικής συνοχής, του κοινωνικού κράτους δικαίου και της αλληλεγγύης. Και τούτο γιατί, οι διαφορετικοί βηματισμοί εξ αντικειμένου αποκλίνουν κοινωνίες και οικονομίες, και λόγω διαμόρφωσης πλέον «εθνικών συμφερόντων», συνεπάγονται άμβλυνση κάθε έννοιας αλληλεγγύης.

Τα προαναφερόμενα κατά το μάλλον και μάλλον οδηγούν στην αναπόφευκτη διαμόρφωση «κρίσης» και ενδεχόμενου «αδιεξόδου», όπου δεν θα ισχύουν τα νομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά για τη συγκρότηση μιας πράγματι Ενωμένης Ευρώπης. Ελλοχεύει δε πάντοτε ο κίνδυνος ο «ευρωσκεπτικισμός» να μετεξελιχθεί σε αντίδραση, ενώ η συγκρότηση «ακροδεξιών μορφωμάτων» μπορεί να συμπαρασύρει σε κρίση το σύνολο των πολιτικών για την περαιτέρω ενοποιητική διαδικασία. Συνεπώς, επιβάλλεται η αναθεώρηση «άκαμπτων πολιτικών» και η λογική συναινέσεων και αλληλεγγύης, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο μιας τέτοιας κρίσης.

  • δεν υφίσταται Συνθήκη Ειρήνης!

            Πάντως αξιοσημείωτο είναι ότι παρά την ένωση των δύο Γερμανιών που αποτελούν τη νομική συνέχεια του Γ’ Ράϊχ, «Συνθήκη Ειρήνης» που να αφορά στη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει συνομολογηθεί, όσο παράξενο και εάν φαίνεται στον ανυποψίαστο αναγνώστη.

               Τα προαναφερόμενα συνεπάγονται ότι η Γερμανία σήμερα δεν είναι κράτος «κανονικότητας», ως προς το επίπεδο του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, αναφορικώς με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

            Και τούτο γιατί υπάρχει μια εντελώς suigeneris κατάσταση, καθόσον ειδικότερα από την ενοποίηση των δύο Γερμανιών δεν υπογράφηκε ως προαναφέρεται «Συνθήκη Ειρήνης».

            Ασφαλώς έχουν υπογραφεί επιμέρους Συνθήκες με συμμάχους της Γερμανίας που αφορούν στην Ιταλία, στη Βουλγαρία και στην Ιαπωνία, όχι όμως αμιγώς να αφορούν και στη Γερμανία. Ειδικότερα:

            Η Σύμβαση των Παρισίων το Φεβρουάριο του 1947 που αναφέρεται σε Συνθήκη Ειρήνης, συνομολογήθηκε μεν μεταξύ της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και των συμμάχων νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στους οποίους συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, ωστόσο, δεν έχει συμβληθεί ο «κύριος εχθρός», η Γερμανία. Αντίστοιχη συμφωνία έλαβε χώρα και στο Σαν Φραντσίσκο το Σεπτέμβριο του 1951, που αφορά επίσης Συνθήκη Ειρήνης η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ της Ιαπωνίας και των συμμάχων νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στους οποίους συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή δεν έχει συμβληθεί ο «κύριος εχθρός», η Γερμανία. (Για τις διμερείς Συνθήκες και την κύρωσή τους στην εσωτερική έννομη τάξη βλ. Ν.Δ. 423/1947 και Ν.Δ. 4393/1964.)

  • η Συνθήκη της Βόννης του Μαΐου 1952

Στα προαναφερόμενα θα πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στη Συνθήκη της Βόννης του Μαΐου 1952. Η Συνθήκη αυτή είναι εξαιρετικώς σημαντική καθόσον έλαβαν χώρα ρητές συνομολογήσεις μεταξύ της τότε Δυτικής Γερμανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας. Τροποποιήθηκε δε, η Συνθήκη αυτή με το Πρωτόκολλο του Οκτωβρίου 1954 στο Παρίσι και αφορούσε τερματισμό του καθεστώτος κατοχής.

            Η Συμφωνία της Βόννης του 1952 είναι, ως προεκτέθηκε, εξόχως σημαντική, καθόσον, κατ’ ουσίαν αφορά αναγνώριση από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της υποχρέωσης της Γερμανίας για πολεμικές επανορθώσεις. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις αυτές που αφορούν στη Γερμανία τελούσαν υπό την αίρεση της υπογραφής της «Συνθήκης Ειρήνης».

            Υπ’ όψιν δε ότι η Ελλάδα με τον εσωτερικό Νόμο 2023/1952 που αφορά στον τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, ρητώς επιφυλάσσεται για τη ρύθμιση των ζητημάτων και των διαφορών που προέκυψαν από τον πόλεμο, ενόψει της συνομολόγησης της «Συνθήκης Ειρήνης».

            Η ρητή επιφύλαξη της Ελλάδας περί μη παραίτησης από τις αξιώσεις της έναντι της Γερμανίας, οι οποίες τελούν υπό την αίρεση της συνομολόγησης της «Συνθήκης Ειρήνης», δεν επιδέχεται αντίρρηση, όπως δεν επιδέχεται αντίρρηση και το δεδομένο (όπως εμφαντικώς έχει ήδη επισημειωθεί), ότι μέχρι σήμερα «Συνθήκη Ειρήνης» δεν έχει συνομολογηθεί!

  • η πολιτική κατάσταση σήμερα

            Πράγματι ηAngelaMerkel έχει υποστεί απροσδόκητες γι’ αυτήν ήττες, που σημαίνει ότι παρά την πολιτική της οξυδέρκεια δεν είχε αντιληφθεί ότι η κοινωνική κρίση στη Γερμανία παρά την οικονομική οντότητα της χώρας αυτής, όχι μόνο βαθαίνει αλλά και δημιουργεί ρήγματα στην κοινωνική συνοχή, με κυρίως αναφορά τη δημιουργία «ακροδεξιού ρεύματος» λίαν επικίνδυνου για τις πολιτικές εξελίξεις…

           Η πολιτική της λιτότητας που δεν αφορούσε πλέον χώρες του Νότου, αλλά είχε και αντανακλάσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας, σε συνδυασμό με το προσφυγικό-μεταναστευτικό, πράγματι μετατόπισαν δυνάμεις από το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) προς τα δεξιότερα, με συνέπεια να έχει πληγεί το κύρος της Merkel ενδεχομένως και ανεπανορθώτως. Έτσι κατέστη αναπόφευκτη ως εξέλιξη, η αδήριτη ανάγκη παραίτησης της Merkel και αντικατάστασή της στην ηγεσία του CDU. Προς την κατεύθυνση αυτή, στο προσκήνιο αλλά και στο παρασκήνιο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Wolfgang Schäuble, ο οποίος όμως δεν ήθελε και «σύγκρουση» με την Merkel.

            Στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα ως ευνοούμενος του Schäuble, αναδείχθηκε ο Friedrich Merz, ενώ ως εκλεκτή της Merkel αναδείχθηκε η Annegret Kramp-Karrenbauer. Στον δεύτερο γύρο, των εσωκομματικών εκλογών η Annegret Kramp-Karrenbauer έλαβε 517 ψήφους από τους 999 συνέδρους, έναντι 482 που έλαβε ο αντίπαλός της Friedrich Merz, που απέσπασε ποσοστό 48,25%. Η επιλογή της Annegret Kramp-Karrenbauer, εξέπληξε κατ’ αρχήν την κοινή γνώμη της Γερμανίας. Ουδείς όμως αμφισβητεί τις πολιτικές της ικανότητες.

            Τα προαναφερόμενα είναι μια σύντομη καταγραφή της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί σήμερα στη Γερμανία, αλλά και του «κενού δικαίου» που υπάρχει ως προς τη συνομολόγηση της Συνθήκης Ειρήνης και των εξ αυτής υποχρεώσεων που απορρέουν ως προς την Γερμανία αλλά και δικαιωμάτων που ιδρύονται στα θύματα της φασιστικής και ναζιστικής Γερμανίας του Γ’ Ράϊχ.

Η σύγχρονη Γερμανία και λόγω της οικονομικής της κατάστασης μπορεί και πρέπει να αποδείξει ότι είναι υπέρμαχος του σύγχρονου νομικού και πολιτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Άλλωστε, κράτος-μέλος που επιδιώκει να έχει ηγετική παρουσία και πρωτοβουλία αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας, πρέπει πρωτίστως και κυρίως να αναλαμβάνει τις ευθύνες του με σεβασμό στις σύγχρονες αξίες της ενωσιακής έννομης και πολιτικής τάξης.