gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

η Ευρώπη και το καθήκον των κορυφαίων πολιτικών

  • προς τα πού βαδίζει το οικοδόμημα;

Αρχές Ιουλίου (5.7.2018) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.Προκόπης Παυλόπουλος κήρυξε την έναρξη των εργασιών της ημερίδας που διοργάνωσαν από κοινού α) το Υπουργείο Εξωτερικών, β) το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και γ) το Γραφείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα, με θέμα: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση στο προσκήνιο: διαβούλευση για την Ευρώπη και Δημόσια Διοίκηση».

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη σημαντικότατη ομιλία του πραγματεύθηκε το θέμα: «Το Κράτος Δικαίου και η προοπτική ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Έτσι ο κ.Προκόπης Παυλόπουλος σ’ ένα συγκεκριμένο για την ποιότητά του ακροατήριο, διατύπωσε για μια ακόμη φορά ένα ανώτατου επιπέδου νομικό λόγο, αλλά και μιας ανώτερης ποιότητας πολιτικό λόγο, προφανώς με πολλούς αποδέκτες εντός και εκτός της Χώρας. Επειδή δε τα ΜΜΕ συνήθως τέτοια κείμενα δεν τα αναδεικνύουν όπως πρέπει, ο γράφων αναλαμβάνει αυτοβούλως το καθήκον να αναδείξει ορισμένα «κεντρικά σημεία» αυτής της ομιλίας, παραθέτοντας και το δικό του λόγο. Με τούτα τα δεδομένα και αναδεικνύοντας «αποσπάσματα» από το κείμενο του κ.Προκόπη Παυλόπουλου, υπ όψιν τα εξής:

Η διαφοροποίηση της βασικής ιδρυτικής Συνθήκης που αφορούσε στην πάλαι ποτέ ΕΟΚ σε σχέση με την ήδη Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι η Κοινότητα –Κοινή Αγορά λαμβάνει ήδη τη μορφή Συμπολιτείας με στοιχεία ομοσπονδοποίησης.

Η ομοσπονδοποίηση αυτή κύρια αναφορά της έχει το ενιαίο νόμισμα (ευρώ) το οποίο λειτουργεί μέσω του ευρωσυστήματος. Επειδή όμως το ευρωσύστημα αποτελεί μέρος του όλου εποικοδομήματος έχει μετασχηματιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση σε δύο πόλους: α) στα κράτη-μέλη του ευρωσυστήματος και β) στα λεγόμενα κράτη-μέλη με παρέκκλιση.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει και την εσωτερική αντίφαση-αντίθεση εντός των κρατών-μελών του ευρωσυστήματος. Άξιο επισημείωσης είναι δε ότι τα κράτη που συγκροτούν το ευρωσύστημα υποδιαιρούνται σε κράτη του «κεντρικού πυρήνα» με κύρια αναφορά στο «Μητροπολιτικό Κέντρο» της Γερμανίας  και σε κράτη που αφορούν στην «Περιφέρεια», εντός του αυτού επιμέρους συστήματος.

Με τούτα τα δεδομένα όμως πρόδηλο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί σε πολλούς κύκλους ή άλλως σε πολλά επίπεδα και εν τέλει με πολλές εσωτερικές αντιθέσεις. Οι κύκλοι αυτοί, τα επίπεδα αυτά και οι αντιθέσεις αυτές, σε συνδυασμό με την αφόρητη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και το διαρκώς ενεστώς «δημοκρατικό έλλειμμα», φέρουν στο προσκήνιο την κρίση του συστήματος αυτού. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προφανώς λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα προαναφερόμενα, τοποθετήθηκε ως εξής:

«Το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα δημιουργήθηκε από τους ιδρυτές του, μετά τις εφιαλτικές εμπειρίες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, για να φθάσει ως την τελική του ολοκλήρωση, δηλαδή την πλήρη ενοποίησή του με την μορφή ομοσπονδιακής διακυβέρνησης υπό θεσμικούς όρους Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Η ως άνω διαπίστωση οδηγεί στο, νομοτελειακό, συμπέρασμα ότι αν η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν επιτευχθεί, η συνακόλουθη στασιμότητα οδηγεί, επίσης νομοτελειακώς, στον κίνδυνο διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχής γενομένης από τον σκληρό πυρήνα της, την Ευρωζώνη. Και τούτο διότι η επιβίωση και η εν γένει προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης εξαρτώνται όχι μόνον από την οικονομική και τη νομισματική πρόοδο, αλλά πρωτίστως από την αντοχή των θεσμών του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος οι οποίοι, από την φύση τους, είναι οι μόνοι που μπορούν να εγγυηθούν πέρα από την σταθερότητα και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, τόσον ως στόχο όσο και ως διαδικασία. Εξ αυτού συνάγεται ότι προκειμένου να καταστεί εφικτή η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση –άρα και η συνακόλουθη, εκ φύσεως, νομισματική και οικονομική ενοποίηση- πρέπει να παραμείνουν όρθιες οι θεμελιώδεις θεσμικές αντηρίδες, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η προοπτική δημιουργίας μιας ενωμένης Ευρώπης υπό όρους –όπως ήδη σημειώθηκε- Ομοσπονδίας και Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.»

Τούτων δοθέντων είναι πρόδηλο ότι το όλο επιφαινόμενο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά μιας νέας τάξης Respublica που απαιτεί άλλες χωρητικότητες, άλλες λειτουργικότητες και άλλους τρόπους λήψης αποφάσεων. Παρά δε που ο πολίτης νομιμοποιεί κεντρικό Όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εν τούτοις τίθεται θέμα Δημοκρατικής Αρχής, καθόσον εξακολουθεί να υπερέχει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Και υπερέχει η γραφειοκρατία των Βρυξελών καθόσον η νομοθετική πρωτοβουλία, δηλαδή η κανονιστική εξουσία, εξακολουθεί να είναι κατά κανόνα υπόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Συνεπώς, δικαίως επικεντρώνει το νομικό και πολιτικό του λόγο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τόσο στο ότι η «αντοχή των Θεσμών» αποτελεί εγγύηση προς τη διαδικασία της ολοκλήρωσης όσο και στο ότι η «πλήρης ενοποίηση» προϋποθέτει την ολοκλήρωση της ομοσπονδιακής διακυβέρνησης με την επικράτηση των αρχών και αξιών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Ο λόγος δε του Προέδρου της Δημοκρατίας προς την κατεύθυνση αυτή είναι καίριος και κύριος, καθόσον, πέραν του ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε επίπεδο επιρροών διαχωρίζεται σε χώρες της «Μητρόπολης» και της «Περιφέρειας», υφίστανται και Όργανα σ’ ένα πολυεπίπεδο σχηματισμό αποφάσεων και επιρροών όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (European Central Bank -ECB), ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (Single Supervisory Mechanism–SSM), ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (European Stability Mechanism -ESM), η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (Directorate General for Competition–DGCom), καθώς επίσης και η Ευρωομάδα (Eurogroup).

Υπ’ όψιν δε ότι το ευρύτατο γνωστό στην κοινή γνώμη Eurogroup λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις μη ελεγχόμενες, καθόσον το άτυπο αυτό Όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο και εξ αντιδιαστολής δεν υφίσταται δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Λίαν προσφάτως δε, με Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (της 5ης Μαρτίου 2018 στην υπόθεση Τ-124/17) κατ’ ουσίαν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ολοένα και περισσότερο καθίσταται «μη ελεγχόμενο Όργανο», προκειμένου να μην καταστούν γνωστά στην αντίδικη πλευρά (και εάν ακόμη δικαίως παραπονείται) … «μυστικά του ευρωσυστήματος».

Όποιος ανατρέξει στον αντίλογο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε «τέτοιες περιπτώσεις», διαπιστώνει το πάγιο αυτό επιχείρημα: ότι δηλαδή, εάν καταστούν γνωστά στα δικαιοδοτικά Όργανα του Λουξεμβούργου «στοιχεία της νομισματικής πολιτικής» τότε …κινδυνεύει το ευρωσύστημα. Και τούτο λαμβάνει χώρα παρά το γεγονός ότι το ευρωσύστημα διοικείται μέσω διοικητικών πράξεων, οι οποίες τείνουν να πάρουν το χαρακτήρα «κυβερνητικών πράξεων», μη υποκείμενων στον έλεγχο του δικαιοδοτικού Οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με τούτα τα δεδομένα, η σοφή παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας στη συγκεκριμένη τοποθέτηση, αφορούσε μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Επιπροσθέτως, η ΣυνθΕΕ προβλέπει ότι θεμελιώδης πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κατεύθυνση της τελικής της ενοποίησης είναι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.

1. Χαρακτηριστικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1της ΣυνθΕΕ: «Η λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία».

2. Όμως βασικό στοιχείο και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δίχως το οποίο διακινδυνεύεται η ίδια η υπόστασή της όπως καταδεικνύει η πορεία της θεσμικής και πολιτικής της εξέλιξης, είναι το Κράτος Δικαίου, με πυρήνα του την έννοια της Δικαιοσύνης υφ’ όλες της τις εκφάνσεις. Κυρίως δε υπό την έκφανση της προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μ’ έμφαση στα Δικαιώματα, τα οποία εγγυώνται την Κοινωνική Δικαιοσύνη και, επέκεινα, το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου.

Γ. Η κατά τ’ ανωτέρω υφή του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου καθορίζει και τα βασικά χαρακτηριστικά του, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο Άνθρωπος και τα Θεμελιώδη Δικαιώματά του. Του λόγου το ασφαλές τεκμηριώνουν οι προμνημονευόμενες διατάξεις της ΣυνθΕΕ…»

            Η προαναφερόμενη τοποθέτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι «καίρια» όπως προεκτέθηκε, και έχει πολλούς αποδέκτες. Σε κάθε περίπτωση δε, με την παρέμβαση αυτή επισημαίνεται το ιδιαίτερο καθήκον, του πολιτικού προσωπικού των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως της Κορυφής όπου λαμβάνονται και οι αποφάσεις, να υπερασπισθεί ως ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την πορεία της ενοποίησης, με την εξασφάλιση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των πολιτών και τη σαφή διάκριση των λειτουργιών μέσω της αναβάθμισης της Δημοκρατικής Αρχής για ένα Ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου, που θα εγγυάται τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και εν τέλει το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου. Το καθήκον τούτο επιτελεί η ενταύθα αναφερόμενη παρέμβαση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.