gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

η Συνθήκη των Πρεσπών

  • μια ψύχραιμη προσέγγιση

        Στις 17 Ιουνίου 2018 στη Λίμνη Πρεσπών και στο χωριό Ψαράδες, υπεγράφη η Συμφωνία που δεν αφορά μόνο στο «ονοματολογικό» αναφορικώς με την ΠΓΔΜ. Στη διαδικασία αυτή (που είχε και το χαρακτήρα «τελετής»), παρέστη ο ειδικός μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών, Μάθιου Νίμιτς συνοδευμένος με την εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα Αντώνιο Γουτιέρες, Ροζαμαρί Ντι Κάρλο. Επίσης παρέστησαν η Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Φεντερίκα Μογκερίνι και ο Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμόδιος για τη Διεύρυνση, Γιοχάνες Χαν. Η συμφωνία που υπεγράφη από τους δύο ΥΠΕΞ Νίκο Κοτζιά και Νίκολα Ντιμιτρόφ απέκτησε το αυξημένο κύρος της παρουσίας των δύο Πρωθυπουργών, του Αλέξη Τσίπρα και του Ζόραν Ζάεφ.

  • μια σύντομη αναδρομή

Πριν αναλύσουμε, όσο το παρόν περίγραμμα επιτρέπει, τη Συνθήκη αυτή, επιβάλλεται μια σύντομη αναδρομή, καθόσον η υπό κρίση Συνθήκη βρίσκεται σε «αιτιώδη σχέση» με όλα όσα προηγήθηκαν. Άξια δε βραχείας αναφοράς είναι τα εξής:

1) Η επελθούσα με τον τερματισμό της μεταψυχροπολεμικής περιόδου διάλυση της «Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας», την οποία επισήμως είχε αναγνωρίσει η Ελληνική Δημοκρατία, ανέδειξε το κράτος των Σκοπίων το οποίο κήρυξε την ανεξαρτησία του το έτος 1991, επενδύοντας στο όνομα της «Μακεδονίας» που αφορούσε «κληρονομιά» του Στρατάρχη Τίτο.

2) Ταυτοχρόνως όμως η ανακήρυξη αυτή σηματοδότησε και αλυτρωτικές τάσεις, με εκμετάλλευση και σφετερισμό εθνικών συμβόλων που ανήκουν αποκλειστικώς και μόνο στο Ελληνικό Έθνος. Τούτα όλα ασφαλώς προκάλεσαν την έντονη και δίκαιη αντίδραση της επίσημης Ελλάδας, αλλά και την αγανάκτηση του Ελληνικού Λαού που δέχθηκε ιταμή πρόκληση απαλλοτρίωσης της ιστορίας του και της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Η συνταγματική δε τάξη που εγκαθίδρυσε ο συντακτικός νομοθέτης των Σκοπίων πυροδότησε αλυτρωτισμό και ενεργοποίησε αντιδράσεις εύλογες και δίκαιες από την πλευρά της επίσημης Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού.

3) Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίσημη Ελλάδα κατόρθωσε στις «Κοινοτικές Θέσεις» της 16ης Δεκεμβρίου 1991 να επιτύχει τη ρητή αναφορά ότι το όνομα της νέας χώρας δεν υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Έτσι το κείμενο της «Κοινής Θέσης» για την Αναγνώριση των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών, με την προαναφερόμενη αναφορά περί αλυτρωτικών βλέψεων και σεβασμού των υπαρχόντων συνόρων, αναμφιβόλως απετέλεσε μια κατ’αρχάς και κατ’ αρχήν επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας.

  • το…«έπος» των σφαλμάτων

4) Έκτοτε από πλευράς Ελλάδας κηρύχθηκε ένας ανένδοτος αγώνας σε βάρος της «νέας τάξης των Σκοπίων», όπου κατ’ ουσίαν ακυρώθηκε το επίτευγμα της 16ης Δεκεμβρίου 1991, εξ αιτίας των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, που ωστόσο οφείλονται σε ασυγχώρητα λάθη, εκείνων μάλιστα που αυτοανακηρύχθηκαν σε υπέρμαχους του … «νέου Μακεδονικού Αγώνα».

5) Ενταύθα γίνεται ρητή αναφορά στην «Επιτροπή Μπαντεντέρ» όπου η απουσία της Ελλάδας με κύρια ευθύνη του τότε ΥΠΕΞ Αντώνη Σαμαρά, είχε ως συνέπεια την παραδοχή ότι: «η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση νέων κρατών στην Ανατολική Ευρώπη …, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 16-12-1991». Η απόφαση αυτή υπήρξε καταλυτική για τη συνέχεια ως προς το όνομα. Ωστόσο:

6) Η ιστορική συγκυρία, παρά το σφετερισμό από την πλευρά των Σκοπίων του ελληνικού πολιτισμού και της ιστορίας του ελληνικού έθνους, εν τούτοις ως ιστορική περίοδος, δεν μπορούσε να αντιστοιχηθεί με την περίοδο του Ίωνα Δραγούμη και του Παύλου Μελά. Έτσι από πλευράς Ελλάδας υπήρξε υπέρβαση του μέτρου και η ελληνική διπλωματία αναλώθηκε σε «αχρείαστες» πολιτικές. Η ελληνική διπλωματία και η πολιτική τάξη στην Ελλάδα δεν είχε εντοπίσει ότι η «Ευρώπη των δώδεκα» προσπαθούσε να επιτύχει αναίμακτη μεταβολή της πολιτικής γεωγραφίας που δεν θα δημιουργούσε μια μείζονα αναδιάταξη και αναδιανομή στην περιοχή. Με τούτα τα δεδομένα μια από τις «προστατευόμενες περιοχές» ήταν πλέον και η ΠΓΔΜ, εφόσον στην περιοχή αυτή υπήρχαν αντικειμενικές συνθήκες επέκτασης της κρίσης που αφορούσαν στην αλβανική και σερβική μειονότητα. Και αυτός είναι ο πυρήνας της υπόθεσης που αγνόησε η ελληνική διπλωματία.

7) Έτσι από το 1992 από πλευράς Ελλάδας, ενώ υπήρχε τροποποίηση των προτεραιοτήτων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συμμάχων, αυτές τις προτεραιότητες δεν της κατανόησε η ελληνική διπλωματία αλλά και η πολιτική ηγεσία, με αποτέλεσμα, η Ελλάδα συντόμως να απομονωθεί, με συνέπεια το κεκτημένο της 16ης Δεκεμβρίου 1991 να αγκυλωθεί στην απολυτότητα του ονόματος σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε οι επόμενες κυβερνήσεις να είναι ουσιωδώς παγιδευμένες σ’ ένα δυσχερές διορθωτικό έργο.

8) Παρά ταύτα, η επίσημη Ελλάδα προσεγγίζοντας τις προαναφερόμενες προτεραιότητες που είχαν ήδη υποδειχθεί προς την ελληνική πλευρά, φαίνεται να προέκρινε το «γεωγραφικό προσδιορισμό». Αυτό προκύπτει από τις συγκλίνουσες παραστάσεις που μπορεί να έχει όποιος παρακολουθεί την εξέλιξη των πραγμάτων, παρά το ό,τι αγνοεί τα επίσημα στοιχεία», δηλαδή τους «επίσημους φακέλους». Έτσι, η Ελλάδα κατά το μάλλον και μάλλον προσχώρησε στο γεωγραφικό προσδιορισμό του ονόματος του κράτους των Σκοπίων, με δεδομένο ότι «το κύριο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας» καταλαμβάνει τα όρια της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας. Συγκεκριμένα η γεωγραφική αναφορά της Μακεδονίας αφορά 55% στην Ελλάδα, 35 % στην ΠΓΔΜ, 9 % στη Βουλγαρία και μόλις 1 % στην Αλβανία.

9) Με τούτα τα δεδομένα ο γεωγραφικός προσδιορισμός απέκλειε τους παραπικρασμούς που προέκυψαν με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το «μοίρασμα του κόσμου», οπότε ο Κροάτης Στρατάρχης Τίτο το 1944 διεκδίκησε «να επανενώσει όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους βαλκάνιους ιμπεριαλιστές». Άξιο παρατήρησης είναι δε ότι η περιοχή των Σκοπίων που αφορούσε τη VardarBanovina, που μετονομάστηκε σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», και στη συνέχεια σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», ήδη με βάση και την απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αποκτούσε το νέο όνομα της προσωρινής ονομασίας της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ-FYROM). Υπ’ όψιν επίσης ότι και τα ονόματα που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών, ήταν εκείνα των: Republika Nova Makedonija, Republika Severna Makedonija, Republika Gorna Makedonija, Republika Vardarska Makedonija και Republika Makedonija (Skopje)

  • το πακέτο Πινέϊρο και το σχέδιο Βανς και Όουεν

10) Για τη «διαδρομή» του ονόματος μέχρι τη Συμφωνία των Πρεσπών προηγήθηκε και το «Σχέδιο Συνθήκης Επιβεβαίωσης των υπαρχόντων Συνόρων», γνωστό ως «πακέτο Πινέϊρο» του Μαρτίου-Απριλίου 1992, όπου ρητώς (θα) δεσμευόταν η Κυβέρνηση των Σκοπίων ότι: «αποκηρύττει και καταδικάζει όλες τις ενέργειες και πρωτοβουλίες του καθεστώτος της πρώην Γιουγκοσλαβίας να προσαρτήσει ή να υπονομεύσει την ελληνική κυριαρχία επί της Ελληνικής Μακεδονίας κατά την περίοδο 1944-1948», ενώ «δεσμεύεται να μην καταφύγει ή να ανεχθεί παρόμοιες δραστηριότητες στο μέλλον», καθώς και ότι: «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εκριζώσει οποιεσδήποτε βλέψεις κατά της ελληνικής επικράτειας, καθώς και αναφορές ή ισχυρισμούς για ένα μελλοντικό ενιαίο Μακεδονικό Κράτος». Επίσης κατά το σχέδιο «Βανς και Λόρδου Όουεν» της 14ης Μαΐου 1943 που αφορούσε πρόταση επιβεβαίωσης των υπαρχόντων συνόρων και οικοδόμησης εμπιστοσύνης, φιλίας και συνεργασίας, το όνομα των Σκοπίων αφορούσε στο «Nova Makedonija» και μάλιστα χωρίς να προκύπτει το απαραίτητο για τα ελληνικά συμφέροντα και δικαιώματα ergaomnes. Τέλος:

11) Άξιο αναφοράς είναι ότι η «Ενδιάμεση Συμφωνία» που επετεύχθη το έτος 1995 στη Νέα Υόρκη, που αξιοποιούσε το σχέδιο «Βάνς -Όουεν», και που αναγνώριζε ως προσωρινό όνομα του κράτους των Σκοπίων εκείνο της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», χωρίς τη ρήτρα ergaomnes, περιελάμβανε σημαντικές εγγυήσεις ως προς τις «Φιλικές Σχέσεις» και τα «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» μεταξύ των δύο χωρών. Φέρει δε την υπογραφή των ΥΠΕΞ των δύο χωρών, ήτοι του Κάρολου Παπούλια και του Στέβο Τσεβερνκόφσκι.

  • το συμπέρασμα

12) Η Συμφωνία των Πρεσπών πέραν του ότι αποτελεί κατάληξη γεωγραφικού προσδιορισμού (Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας –και ergaomnes), αφορά και ζητήματα όπως εκείνα: α) της «γλώσσας» και β) της «ιθαγένειας». Επ’ αυτών δε ο λαϊκισμός, η εκμετάλλευση της άγνοιας των πολιτών και ο κακός εννοούμενος εθνικισμός καλά κρατούν. Τούτων δοθέντων, υπ’ όψιν τα εξής:

13) Ως προς τη «γλώσσα», υπ’ όψιν ότι ναι μεν ονοματίζεται ως «Μακεδονική» (άρθρο 1 παρ. 3γ), ερμηνεύεται όμως ως «γλώσσα η οποία ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών» (άρθρο 7 παρ. 4). Επειδή δε ούτε ο ΟΗΕ «αναγνώρισε» (σφάλμα η αντίθετη εκδοχή) τη γλώσσα που ομιλούν στα Σκόπια ως «Μακεδονική», αλλά ούτε και η «Συμφωνία των Πρεσπών» ως νομικό κείμενο μπορεί να αναγνωρίσει «εθνικότητα» σε μια γλώσσα, το καθήκον αυτό ανήκει στην οικεία επιστήμη, ήτοι στην επιστήμη της γλωσσολογίας η οποία ως αυτόνομος κλάδος των ανθρωπιστικών σπουδών θα τοποθετηθεί επ’ αυτού.

14) Ως προς την «ιθαγένεια» (άρθρο 1 παρ. 3β), υπ’ όψιν ότι ορίζεται βεβαίως ως «Μακεδονική», αλλά διευκρινίζεται ότι ο πολίτης: «είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Επειδή δε η «ιθαγένεια» αφορά νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:

15) Η ιθαγένεια δεν μπορεί να ταυτίζεται με την «αρχή του αίματος» (jussanguinis) που απασχόλησε ακόμη και την επιστήμη του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, λόγω του ότι απόκτηση της ιθαγένειας λαμβάνει χώρα και με «πολιτογράφηση». Παρά δε το ότι η «ιθαγένεια» παραμένει ακόμη στο πλαίσιο του juspublicum, εν τούτοις «ιθαγένεια» και «έθνος» ως νομικές έννοιες δεν μπορούν να ταυτιστούν. Για να μην παραπλανάται δε ο απλός πολίτης από τους όποιους αδαείς ή «κακοήθεις εθνικιστές», υπ’ όψιν ότι στο σύγχρονο Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο η «ιθαγένεια» ρυθμίζεται στο πλαίσιο των σύγχρονων αξιώσεων της διεθνούς έννομης τάξης, μη ταυτιζόμενη με τον όρο «έθνος».

16) Η σκέψη εισαγωγής του θεσμού της «ιθαγένειας» στην ενωσιακή έννομη τάξη οφείλεται σε ισπανική πρόταση, και σηματοδοτεί την αναγωγή του ατόμου σε citoyen, σε πολίτη δηλαδή της Ένωσης. Ο όρος «ιθαγένεια» που χρησιμοποιεί το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο δεν ταυτίζεται με τον παραδοσιακό όρο της «αρχής του αίματος». Η μη ταύτιση αυτή, άλλωστε, ευκρινώς αναδεικνύεται στα κείμενα και άλλων γλωσσών, όπως στο αγγλικό, όπου χρησιμοποιείται ο όρος citizenship αντί του nationality, και στο γαλλικό, όπου χρησιμοποιείται ο όρος citoyenneté αντί του nationalité. Σύμφωνα με την ενωσιακή έννομη τάξη και το άρθρο 20 ΣΛΕΕ «πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους», ενώ «η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια». Οίκοθεν συνάγεται ότι ο θεσμός της ευρωπαϊκής ιθαγένειας δεν ιδρύει και ευρωπαϊκό έθνος!

Ως εκ τούτου, η αναγνώριση ιθαγένειας (και μάλιστα στο πολυεθνικό κράτος της ΠΓΔΜ), δεν συνεπάγεται τα όσα με εθνικιστικό και εξωνομικό λόγο επιχειρούν να διαπεράσουν στην κοινή γνώμη όσοι ασκούν κριτική στη Συνθήκη των Πρεσπών.

17) Τούτων δοθέντων εφόσον τηρηθούν τα προαπαιτούμενα και οι πρόνοιες που η Συνθήκη των Πρεσπών εγκαθιδρύει και συνομολογεί με πρόταγμα τη ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ και ως προς το «όνομα» και ως προς τον «αλυτρωτισμό», τότε η Συμφωνία των Πρεσπών τηρουμένων των «συνθηκών» υπό τις οποίες υπεγράφη, με δεδομένη τη διεθνή συγκυρία μπορεί να είναι μια λυσιτελής συμφωνία επωφελής και για τα δύο κράτη και για τους δύο λαούς, πολλώ δε μάλλον όταν με «Συμφωνίες Απλοποιημένης Μορφής» μπορούν οι σχέσεις των δύο κρατών να οικοδομήσουν ακόμη και κοινή άμυνα, όπως άλλωστε ήδη έχει συμφωνηθεί!