gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και τα εθνικά θέματα

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ) Κύριος Προκόπης Παυλόπουλος ασκώντας τα καθήκοντά του όπως το Σύνταγμα ορίζει, αξιοποιώντας τις αδιαβάθμητες σε αξία νομικές του γνώσεις και αξιοποιώντας την πολιτική του εμπειρία, την εθνική του συνείδηση, αλλά και το πατριωτικό του καθήκον, παρεμβαίνει με δημόσιο λόγο ορθοτομώντας το δίκαιο προς υπεράσπιση όχι μόνο των υπέρτατης αξίας εθνικών ζητημάτων, αλλά προς υπεράσπιση και των αξιών του διεθνούς και ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Είναι κρίμα δε, που τα ΜΜΕ δεν προβάλλουν επαρκώς τις παρεμβάσεις του ΠτΔ που αποτελούν καθοδήγηση πολιτικής δράσης όχι μόνο σε αμιγώς εθνικά θέματα, αλλά και ευρύτερα σε ευρωπαϊκά κα διεθνή θέματα. Το καθήκον δε αυτό της ελλιπούς πληροφόρησης των θέσεων του ΠτΔ αναλαμβάνει η παρούσα στήλη, καθόσον είναι άδικο για τον πολίτη να μην πληροφορείται για τις θέσεις που ο ΠτΔ διατυπώνει, όταν μάλιστα αυτές αφορούν τα απαράγραπτα δίκαια της Ελλάδας και του ελληνισμού.

Προσφάτως ο ΠτΔ στις 22/11/2017 επ’ ευκαιρία της αναγόρευσής του σε Επίτιμο Καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διατύπωσε όχι μόνο νομικό αλλά και πολιτικό λόγο με θέμα: «Η σύγχρονη έννοια της κυριαρχίας στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να υποστηρίξει ότι το κείμενο αυτό αφορά αμιγώς νομικού ενδιαφέροντος ζήτημα, καθόσον ήταν ομιλία στο πλαίσιο ακαδημαϊκής εκδήλωσης στην τελετή της τιμητικής αναγόρευσης του ΠτΔ σε επίτιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου, στο οποίο διδάχθηκε και δίδαξε.

Ωστόσο, πέραν του νομικού δοκιμίου, που αφορούσε η ομιλία αυτή του ΠτΔ συνιστούσε και μια εξόχως τεκμηριωμένη τοποθέτηση επί επίκαιρων ζητημάτων κρίσιμων πολιτικών, μέσω της αξιοποίησης του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και της Νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Ο ΠτΔ προκειμένου να θέσει σε νομική και πολιτική βάση το ζήτημα αντιμετώπισης του «Κυπριακού», ώστε να μην παραβιάζονται οι αξιώσεις και οι πρόνοιες του ενωσιακού κεκτημένου, υποστήριξε ότι η κυριαρχία των κρατών-μελών όπως εννοείται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου, έχει εξαιρετικώς κρίσιμη σημασία για τη λειτουργία ακόμη και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επεσήμανε δε ο ΠτΔ ότι η κυριαρχία των κρατών-μελών κυρίως εστιάζει και εκδηλώνεται με τέσσερις τρόπους συμπληρωματικούς μεταξύ τους. Ήτοι:

α) με τον πλήρη σεβασμό της αρμοδιότητας των κρατών-μελών στους τομείς, η αρμοδιότητα ρύθμισης των οποίων δεν έχει απονεμηθεί στην Ένωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 ΣυνθΕΕ,

β) με την στενή ερμηνεία των δοτών αρμοδιοτήτων της και την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας ως προς την άσκησή τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 και 3 ΣυνθΕΕ, σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο υπ’ αριθ. 2.,

γ) με την διατήρηση της αρχής της ομοφωνίας των κρατών-μελών κατά την λήψη αποφάσεων σε σειρά ευαίσθητων ζητημάτων που άπτονται των θεμελιωδών συμφερόντων των κρατών-μελών («quodomnestangit») καθώς και

δ) με την απαρέγκλιτη τήρηση της δημοκρατικής αρχής.

Ο ΠτΔ τόνισε ειδικότερα ότι ως προς τον πλήρη σεβασμό της αρμοδιότητας των κρατών-μελών στους τομείς που δεν έχουν απονεμηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κρίσιμη είναι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 ΣυνθΕΕ, σύμφωνα με την οποία: «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών-μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στην διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, την διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους-μέλους».

Με βάση τα προαναφερόμενα και αξιοποιώντας τις νομολογιακές παραδοχές του ΔΕΕ αναφορικώς με το Πρωτόκολλο 10 στην υπόθεση που αφορούσε ακίνητο Ελληνοκυπρίου στο κατεχόμενο τμήμα της Βορείου Κύπρου (βλ. υπόθεση C-420/07 Αποστολίδης κατά Orams) ο ΠτΔ άρθρωσε νομικό και πατριωτικό λόγο στο πλαίσιο του δόγματος της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, σε σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι: «από πλευράς ευρωπαϊκού δικαίου, το status quo συνιστά μια στρεβλή κατάσταση που μπορεί να εμποδίσει την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, καθώς οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκούν «αποτελεσματικό έλεγχο» στο βόρειο τμήμα της Νήσου και οι αποφάσεις δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπορούν να εκτελεσθούν στον τόπο αυτό, με συνέπεια να γεννάται η αναγκαιότητα εκτέλεσής τους σε άλλα κράτη-μέλη

Συμπλήρωσε δε ότι: «Αυτό έχει ως συνέπεια πως οτιδήποτε εμποδίζει τα κράτη-μέλη να εκπληρώσουν αυτή την θεμελιώδη υποχρέωση εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου στο σύνολο της επικράτειάς τους, είναι ευθέως αντίθετο προς το ευρωπαϊκό δίκαιο, αρχής γενομένης από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 ΣυνθΕΕ. Υπό τα δεδομένα αυτά λοιπόν περιορισμοί της Κυριαρχίας -π.χ. της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της διαιώνισης παραμονής στρατευμάτων κατοχής στην επικράτειά της καθώς και μέσω της συνέχισης ύπαρξης εγγυητριών δυνάμεων και δη τρίτων σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση- πλήττουν ευθέως τον πυρήνα του ευρωπαϊκού δικαίου, πρωτογενούς και παραγώγουΚαι συνέχισε υποστηρίζοντας τα εξής: «Το δε γεγονός ότι σήμερα υπάρχει αυτό το «υβριδικό» σύστημα εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου δεν αποτελεί, κατ’ ουδένα τρόπο, επιχείρημα υπέρ μιας, ενδεχομένως, αντίθετης άποψης. Και τούτο διότι, όπως είναι πρόδηλο, το σύστημα αυτό δημιουργήθηκε επειδή ακριβώς η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό καθεστώς τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και εγγυητριών δυνάμεων. Και δημιουργήθηκε, αυτονοήτως, ως καθαρώς μεταβατικό. Κατά λογική λοιπόν ακολουθία το μεταβατικό αυτό καθεστώς δεν είναι νοητό –ως μη συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο- μετά την επίλυση του Κυπριακού και την πλήρη επέκταση εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτειά της.»

Ο ΠτΔ τόνισε επιπλέον πως: «η διαιώνιση του μεταβατικού καθεστώτος στην Κύπρο, υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα, θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο για κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφού, σε περίπτωση εισβολής σε αυτό εκ μέρους οιουδήποτε τρίτου κράτους, το τελευταίο θα μπορούσε να επικαλεσθεί το προηγούμενο της Κύπρου για να θεμελιώσει «δικαιώματα» παραμονής στρατευμάτων και εγγυήσεων σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

  • η ανένδοτη στάση του Έλληνα Προέδρου της Δημοκρατίας

Όταν γράφονται οι γραμμές αυτές είναι σε εξέλιξη η συνάντηση του ΠτΔ με τον Τούρκο Πρόεδρο, όπου ο Έλληνας Πρόεδρος χαρακτήρισε ιστορική την επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου για την ασφάλεια της περιοχής και για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, επιμένοντας στην ανάγκη σύσφιξης των σχέσεων φιλίας και όχι το διχασμό. Αναφερόμενος δε στις πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου για επικαιροποίηση της Συνθήκης της Λωζάνης, ήταν σαφέστατη η θέση του Έλληνα Προέδρου ότι: «για μας αυτή Συνθήκη είναι αδιαπραγμάτευτη, δεν χρειάζεται ούτε αναθεώρηση, ούτε επκαιροποίηση, καλύπτει πλήρως τα ζητήματα».

Αξιοσημείωτο όμως είναι και το ότι ο Έλληνας ΠτΔ στις 25/10/2017 από την Κρήτη, διατύπωσε τα αδιαπραγμάτευτα όσον αφορά στις ελληνοτουρικές σχέσεις, καθορίζοντας με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό τα δεδομένα άσκησης εθνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, που αποτελούν την καταλυτική απάντηση στις ανιστόρητες και εξωνομικές προκλήσεις του Τούρκου Προέδρου. Ο Προκόπης Παυλόπουλος τόνισε τα εξής:

«Η Ελλάδα, και υπό την ιδιότητά της ως πλήρους και αναπόσπαστου μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί δύναμη Ειρήνης και Ασφάλειας στα Βαλκάνια αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Είναι όμως, συγχρόνως, πάντοτε έτοιμη να υπερασπισθεί μέχρι κεραίας τα σύνορά της, το έδαφός της και την κυριαρχία της, που αποτελούν, αντιστοίχως, σύνορα, έδαφος και κυριαρχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό διαμηνύουμε, εμείς οι Έλληνες, προς κάθε πλευρά, άρα και προς την γείτονα Τουρκία. Τείνουμε προς αυτήν πάντοτε χείρα φιλίας και καλής γειτονίας. Θέλουμε μια Τουρκία δημοκρατική, θέλουμε μια Τουρκία ευημερούσα, η οποία να έχει ευρωπαϊκή προοπτική. Αλλά για να γίνει αυτό πράξη, προϋποθέτει, από την πλευρά της Τουρκίας, πλήρη, ειλικρινή και έμπρακτη απόδειξη του σεβασμού του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο σύνολό τους. Αν, λοιπόν, δεν υπάρχει ιδίως ο σεβασμός στο Διεθνές Δίκαιο και στις Διεθνείς Συνθήκες, πρωτίστως δε στην Συνθήκη της Λωζάνης και στο Δίκαιο της Θάλασσας -κατά την Σύμβαση του Montego Bay του 1982, που ισχύει ακόμη και έναντι εκείνων οι οποίοι δεν την έχουν επικυρώσει ως σύνολο γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου- τότε δεν είναι δυνατό να χτισθεί πραγματική φιλία. Εμείς το εννοούμε αυτό και καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ζήσουμε ως φίλοι και καλοί γείτονες.»

Οι προαναφερόμενες θέσεις του ΠτΔ συνιστούν τα ανένδοτα δεδομένα μιας σταθερής και αδιαπραγμάτευτης εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό. Επαφίενται δε πρωτίστως στον πατριωτισμό των Ελλήνων!