gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:
  • κύριε Draghi απολογηθείτε…

            ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ: Το παρόν κείμενο γράφεται κατά την πρόσφατη παραμονή μου στο Λουξεμβούργο και επιχειρώ με τους κατά το δυνατόν απλούστερους όρους, να απαλλάξω τον αναγνώστη από ιδιαίτερες νομικές πληροφορίες (δηλαδή θεμελιώσεις σε προσφυγή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου). Ωστόσο αναπόφευκτο είναι να υπάρξουν και προσφυγές στους κανόνες (όπου είναι αναγκαίο), ώστε το κείμενο να μην αφορά μια απλή παράθεση ισχυρισμών.

  • το «άτυπο Grexit» και οι προϋποθέσεις ευθύνης της ΕΚΤ

            1) Με το κείμενό μου αυτό υποστηρίζω ότι στο νομικό πρόσωπο της ΕΚΤ συντρέχουν συγκεκριμένες ευθύνες σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και των Ελλήνων πολιτών και ως εκ τούτου η ΕΚΤ πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτές. Όχι μόνο γιατί αποφασίζει κατά κανόνα και κατά το δοκούν να δημιουργεί ένα «άτυπο Grexit» αρνούμενη την παροχή ρευστότητας στην ελληνική οικονομία, αλλά και γιατί επέτρεψε μέσω της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους να πλήξει στον πυρήνα τους περιουσιακά δικαιώματα του ελληνικού δημόσιου τομέα.

            2) Προκειμένου να υπάρξει ευθύνη στο νομικό πρόσωπο της ΕΚΤ θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτώμενης συμπεριφοράς, β) το υποστατό της ζημίας και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου που να αφορά στην προσαπτώμενη συμπεριφορά και στην προβαλλόμενη και επικαλούμενη ζημία. Αυτές οι προϋποθέσεις σωρευτικώς συντρέχουν στο νομικό πρόσωπο της ΕΚΤ κατά το μέρος που η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους προσέβαλε ευθέως το δημόσιο τομέα και έθιξε στον πυρήνα τους περιουσιακά του δικαιώματα και στοιχεία. Στο παρόν δε κείμενο εστιάζω επιλεκτικώς στα παρακάτω, καθόσον δεν είναι δυνατόν στο συγκεκριμένο περίγραμμα να αναπτυχθούν οι συνολικές ευθύνες της ΕΚΤ. Ωστόσο, είναι αρκετές για να αποδείξουν την εξωσυμβατική της ευθύνη. Με βάση τα προαναφερόμενα υπ’ όψιν τα εξής:

  • ενδεικτικώς μέρος των ευθυνών της ΕΚΤ

             1) Εξ αρχής διευκρινίζεται πως  πρωταρχική ευθύνη της ΕΚΤ αφορά ότι επέτρεψε να απομειωθούν περιουσιακά στοιχεία Δημοσίων Νοσοκομείων, Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Ωςεκτούτουδενέλαβεχώραμόνο Private Sector Involvement (PSI), αλλάκαι Official Sector Involvement (OSI). Έτσι κατά παράβαση τόσο της Αρχής της Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης, όσο και των συμπεφωνημένων, η ΕΚΤ ανέχθηκε τη δημιουργία OSI ακόμη και επί δημοσιονομικών θεσμών. Ειδικότερα δε, σύμφωνα και με τον τότε Κεντρικό Τραπεζίτη, ο δημόσιος τομέας επλήγει επί δημοσιονομικών θεσμών, εφόσον έλαβε χώρα απομείωση περιουσιακών στοιχείων στο χώρο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (βλ. Γεώργιος Αθ. Προβόπουλος, Ελληνικοί Δημοσιονομικοί Θεσμοί, Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκουλας 1983, σελ. 227 και επ.). Συνεπώς:

            2) Βάσιμη είναι η αιτίαση για τις ευθύνες της ΕΚΤ ως προς το OSI καθόσον επετράπη δια του Κεντρικού Τραπεζίτη της Ελλάδος, ο οποίος είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), να διενεργηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος που είχε τη διαχείριση, η περιτομή haircut»-κούρεμα) ομολόγων – περιουσιακών στοιχείων ιδιαιτέρως των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και ως εκ τούτου η απώλεια περιουσιακών στοιχείων δημοσιονομικών θεσμών. Η ευθύνη δε αυτή δεν αναιρείται από το ότι εσωτερικοί κανόνες δικαίου είχαν αναθέσει τη διαχείριση των επενδύσεων των ομολόγων στην Τράπεζα της Ελλάδος (βλ. ενδεικτικώς Ν.2216/1994, Ν.2469/1997, Ν.3863/2010). Και τούτο γιατί ως προεκτέθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος ανήκει ευθέως στο ΕΣΚΤ, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τις πολιτικές της ΕΚΤ.

            3.α) Από το OSI όμως εξαιρέθηκε η ΕΚΤ και με παρέμβασή της εξαιρέθηκαν και οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες. Η εξαίρεση όμως αυτή της ΕΚΤ και των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών, βάση της έχει τη «μυστική» συμφωνία της 15ης Φεβρουαρίου 2012 με την Ελληνική Κυβέρνηση. Ως εκ τούτου η ΕΚΤ εκμεταλλευόμενη την κυριαρχική θέση της επί του Ευρωσυστήματος επεδίωξε και πέτυχε τη σύναψη μυστικής συμφωνίας και εμπεριέχουσα δυσμενείς διακρίσεις, σε καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων, με σκοπό την αποφυγή της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους κατά το μέρος που η αναδιάρθρωση αυτή έπληττε τα περιουσιακά της στοιχεία καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών.

            3.β) Η ΕΚΤ επίσης δέχθηκε την ενεργοποίηση των λεγόμενων ρητρών συλλογικής δράσης (CollectiveActionClauses -CACs), οι οποίες κυριολεκτικώς, λόγω του ύψους του «haircut» στο ποσοστό του 53,5%, αφορούσαν πλήγμα στον πυρήνα των περιουσιακών δικαιωμάτων όλων των προσβαλλόμενων και ειδικότερα όλων όσων ανήκαν στο δημόσιο τομέα, ενώ κατ’ ουσίαν αναίρεσαν τα συμπεφωνημένα και την Αρχή της Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης.

  • σημαντικές οι δια παραλείψεως ευθύνες της ΕΚΤ

            1. Την ΕΚΤ όμως βαραίνουν, και θα πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτά, και τα παρακάτω εξόχως σοβαρά. Υπ’ όψιν ότι στις 6 Μαΐου 2010 εκδόθηκε από την ΕΚΤ η υπ’ αριθμ. ΕΚΤ 2010/3 - 2010/268/ΕΕ πράξη που φέρει την υπογραφή του Jean-ClaudeTrichet. Η ΕΚΤ τότε τοποθετήθηκε ευθέως υπέρ των ελληνικών ομολόγων που εκδίδει και εγγυάται η Ελληνική Δημοκρατία. Μάλιστα, ευθέως με την πράξη της αυτή διακήρυξε δημοσίως ότι για την παραδοχή των ελληνικών ομολόγων δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν  «αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας» (sic) οι όποιες κατά κανόνα αφορούν εκτιμητικές θέσεις των γνωστών Οίκων Standard & Poors, Fitchκαι Moodys.  Άλλωστε, η ΕΚΤ λειτουργεί αυτοβούλως και ως πλήρως ανεξάρτητο Όργανο, το οποίο πολιτεύεται χωρίς δεσμεύσεις (βλ. άρθρο 130 ΣΛΕΕ). Στο πλαίσιο δε της απόλυτης λειτουργικής ανεξαρτησίας της, έχει δεσμία υποχρέωση να προστατεύει το όλο σύστημα και συνεπώς η πράξη της 6ης Μαΐου 2010 δεν της επεβλήθη, ούτε και μπορούσε να της έχει επιβληθεί.

            2. Υπ’ όψιν ότι η ΕΚΤ για το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας ήταν πάντοτε μέλος της «Τρόικα». Τούτο  δε είναι πασίδηλο γεγονός. Συνεπώς ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι η ΕΚΤ και υπό την ιδιότητά της ως μέλους της «Τρόικα», ήδη από την 21η Ιουλίου 2011, οπότε δημοσίως ανέκυψαν τα ζητήματα για την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, δεν μετέβαλε πολιτική, αλλά εξακολουθούσε να διατηρεί σε ισχύ την προαναφερόμενη πράξη της 6ης Μαΐου 2010, παρά που επιδεινώνονταν τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας. Έτσι δημιούργησε δια παραλείψεως, την πεποίθηση ασφάλειας των ελληνικών ομολόγων και εμπέδωσε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σ’ αυτά.

            3.α) Η ΕΚΤ εξακολουθούσε να εγγυάται τα ελληνικά ομόλογα, οπότε την 27η Φεβρουαρίου 2012, με ημερομηνία ισχύος την 28η Φεβρουαρίου 2012 εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 2012/2 (2012/133/ΕΕ) πράξη της η οποία υπογράφεται από τον MarioDraghi. Έτσι η ΕΚΤ με υπαιτιότητα των προστηθέντων –διοικούντων αυτήν Οργάνων, ακόμη και με καθυστέρηση ημερών από τη δημοσίευση στο οικείο ΦΕΚ της 14ης Φεβρουαρίου 2012 του Ν.4046/2012 (ΦΕΚ 28/τΑ/14.2.2012), δεν παρενέβη για την προστασία των ομολογιούχων. Περαιτέρω:

            3.β)  Την 5η Μαρτίου 2012 εξέδωσε και νέα πράξη ήτοι την 2012/153/ΕΕ σχετικώς με την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της προσφοράς για την ανταλλαγή χρέους (EKT/2012/3) (ΕΕ L 77, σ. 19), της οποίας η ισχύς άρχιζε με καθυστέρηση και πάλι στις 8 Μαρτίου 2012. Έτσι:

            3.γ) Στις 9 Μαρτίου 2012 (ήτοι την επομένη ακριβώς) το Υπουργικό Συμβούλιο και ο αρμόδιος Υπουργός προχώρησαν στην οριστικοποίηση της διαδικασίας της προαναφερόμενης περιτομής περιουσιακών στοιχείων μέσω των ρητρών συλλογικής δράσης (CollectiveActionClauses -CACs) και μάλιστα στο ακραίο  επίπεδο περιτομής, ήτοι στο ποσοστό του 53,5%. Το ποσοστό αυτό προδήλως θίγει τον  πυρήνα του περιουσιακού δικαιώματος.

  • αντικρούοντας προσχηματικά «επιχειρήματα»

            Τυχόν «προσχηματικός ισχυρισμός» ότι την αναδιάρθρωση του χρέους επέβαλε η εσωτερική έννομη τάξη αυτοβούλως, ότι ουδείς εμπόδισε τα μελη του Ελληνικού Κοινοβουλίου να απορρίψουν τους σχετικούς νόμους (κτλ) και συνεπώς ότι η ΕΚΤ υποχρεώθηκε να ακυρώσει την πράξη της 6ης Μαΐου 2010 καθόσον προηγήθηκαν α) ο Ν.4046/2012 που δημοσιεύθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2012 και β) ο Ν.4050/201 που δημοσιεύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2012 και ως εκ τούτου δεν υφίσταται δια παραλείψεως εξωσυμβατική ευθύνη της, αφορούν εξωνομικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αποδοκιμάζονται ευθέως από τις αυστηρές διατάξεις της ευρωπαϊκής ενωσιακής έννομης τάξης. Και τούτο γιατί οι ευθύνες της ΕΚΤ είναι αδιαμφισβήτητες και υφίστανται εξ αντικειμένου.  Άλλωστε:

  • υπάρχουν δικαστές στο Λουξεμβούργο

            1) Επουδενί είναι επιτρεπτό να γίνει δεκτό ότι ερήμην της ΕΚΤ Νομοθετικό Σώμα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαιτέρως  της Ευρωζώνης μπορεί να αυτενεργεί χωρίς την τυπική ή δια παραλείψεως έγκριση της ΕΚΤ και να προβαίνει σε αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους του, δηλαδή σε κούρεμα («haircut») των ομολόγων του και συνεπώς να παρεμβαίνει αμέσως: α) στον όγκο κυκλοφορίας του χρήματος –δηλαδή στην ποσότητα του χρήματος (Μ3) και β) στο επίπεδο των τιμών και του πληθωρισμού.

            2) Μια τέτοια εκδοχή, απόλυτης αυθαιρεσίας, ότι δηλαδή κράτος-μέλος ιδίως της Ευρωζώνης μπορεί με δική του αυτοτελώς πρωτοβουλία και απόφαση να προβαίνει σε αναδιάρθρωση του χρέους του, χωρίς την εκ προοιμίου σύμφωνη γνώμη  ή άλλως δια παραλείψεως συγκατάθεση της ΕΚΤ, θα σημαίνει ευθεία παραβίαση του όλου πλέγματος κανόνων της νομισματικής πολιτικής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτοχρόνως θα συνεπάγεται και ακύρωση όλων των λειτουργιών της ΕΚΤ και συνεπώς τη δημιουργία νομισματικού χάους. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τα επίδικα ζητήματα, υφίσταται εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ δια πράξεων ή παραλείψεων της.

            3) Ο γράφων υποστηρίζει ότι υπάρχουν δικαστές στο Λουξεμβούργο και δεν μπορεί να παγιωθεί νομολογιακή παραδοχή η οποία θα «νομιμοποιεί» την αυθαιρεσία πράξεων επί νομισματικής πολιτικής εντός του Ευρωσυστήματος, ακυρώνοντας το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο.

            Τα ενταύθα αναγραφόμενα σε κατάσταση περισυλλογής και αναστοχασμών στο Λουξεμβούργο, ουδένα απαλλάσσουν των  εσωτερικών πολιτικών ευθυνών…