gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

 (ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.) ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΥΠΕΡ ΤΡΙΤΩΝ

Ικανός αριθμός εν ενεργεία Ελλήνων εφοριακών αλλά και συνταξιούχων Ελλήνων εφοριακών, διατύπωσαν τις ενστάσεις τους και τα παράπονά τους προς τα αρμόδια Ενωσιακά Όργανα αναφορικώς με το ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.

Η σχετική από 04 Αυγούστου 2016 προσφυγή-καταγγελία τους περιήλθε όχι μόνο στον Πρόεδρο της Επιτροπής (Commission) Jean –Claude Juncker, αλλά και στην αρμόδια Επίτροπο Marianne Thyssen.

Όπως βεβαιώνει (ακόμη και) η Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα, η σχετική προσφυγή – καταγγελία που αφορά στο ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. διαβιβάστηκε στις αρμόδιες Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, σύμφωνα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2016 σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία της κας. Μαρίας Μπουτσικάκη, εκ μέρους της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα.

Προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων στις 13 Μαρτίου 2017 επανυποβλήθηκε το αίτημα στην αρμόδια Επίτροπο Marianne Thyssen. Ωστόσο, η αρμόδια Επίτροπος από 19 Σεπτεμβρίου 2016 δεν έχει τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο ζήτημα. Το κείμενο της 04 Αυγούστου 2016 προσφυγής-καταγγελίας έχει ακριβώς ως εξής:

ΠΡΟΣΦΥΓΗ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Προσφεύγουμε ενώπιον Σας και προβάλλουμε τα παρακάτω ορισμένα, αληθή, λυσιτελή και βάσιμα:

Α’ ΜΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

1) Σύμφωνα με τη διάταξη των πρωτογενών Συνθηκών που αφορούν στο άρθρο 2 ΣΕΕ με βάση το οποίο ή Ένωση βασίζεται μεταξύ των άλλων στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του κράτους δικαίου καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με τις παρ.1 και 3 του άρθρου 3 του αφορά στην αξία της ευημερίας των λαών της Ένωσης, και σε αναφορά με τις αξιώσεις του άρθρου 6 που αφορά στην αναγνώριση των δικαιωμάτων του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της (Ευρωπαϊκής) Ένωσης, σε συνάρτηση με το άρθρο 9 ΣΛΕΕ που αφορά στην ισότητα των πολιτών της Ένωσης και των άρθρων 151-161 ΣΛΕΕ που αφορά στην κοινωνική πρόοδο, και αφορούν κεκτημένα της Ένωσης, προσφεύγουμε σε Σας για την δικαίωση του παρόντος αιτήματός μας.

2) Υπό την ευρεία έννοια του όρου η «κοινωνική προστασία» που καλύπτει και το δίκαιο των Συνθηκών και δικαιωμάτων εκ της εργασίας, η Ένωση έχει ήδη σημαντικά κεκτημένα. [1]

3) Σε εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, το Συμβούλιο εξέδωσε δύο σημαντικές συστάσεις: α) τη Σύσταση 92/441 EE L 245, 26.08.1992, σ. 46-48 καθώς και β) τη Σύσταση 92/442, EE L 245, 26.08.1992, σ. 49-52. Η τελευταία αυτή σύσταση είναι ιδιαιτέρως σημαντική γιατί τα κράτη- μέλη αναγνωρίζουν ότι ο απώτερος σκοπός είναι η σύγκλιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων του Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα μέσα στην Ένωση. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή έχει προκαλέσει έναν διάλογο σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την κοινωνική προστασία, ιδίως όσον αφορά τη χρηματοδότηση της (COM [95] 466, 31 Οκτωβρίου 1995). Το εν θέματι ζήτημα που Σας θίγουμε, με την παρούσα μας αίτηση και καταγγελία, αφορά οικονομικό-κοινωνικό δικαίωμα απορρέον από την εργασία μας, χάριν της εργασίας μας και εξ αιτίας της εργασίας μας. Έχει όμως προδήλως φαλκιδευτεί. Αντί χρηματοδότησης έχουμε ακύρωση των ήδη εισφερθέντων(!) και μάλιστα με απολύτως παράνομο για το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο τρόπο.

4) Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Κοινοτικός Χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων του 1989 επικαλύπτεται πλέον από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της (Ευρωπαϊκής) Ένωσης, τον οποίο διακήρυξαν πανηγυρικά στη Νίκαια, στις 7 Δεκεμβρίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Ο Χάρτης δε του 2000 πλεονεκτεί έναντι του Χάρτη του 1989, αφενός γιατί κατοχυρώνει τα κοινωνικά δικαιώματα, και όλες τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών της Ένωσης και, αφετέρου, γιατί είναι επισήμως γενικώς αποδεκτός από όλα τα κράτη-μέλη.

5) Μεταξύ των στόχων της Ένωσης και των κρατών-μελών είναι η βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Το εν θέματι δε ζήτημα που αφορά την παρούσα μας σχετίζεται αμέσως με τις συνθήκες εργασίας μας με την έννοια του κοινωνικού πόρου.

6) Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της (Ευρωπαϊκής) Ένωσης (Πανηγυρική διακήρυξη, ΕΕ C 364, 18.12.2000) αναφέρει πολλά θέματα μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα των εργαζομένων στην ενημέρωση και τη διαβούλευση, το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων, τις δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας [2]

7) Σύμφωνα με το άρθ. 151 ΣυνθΛΕΕ η Ένωση θέτει ως στόχο την κατάλληλη κοινωνική προστασία. Για την εκπλήρωση των στόχων αυτών η Ένωση λαμβάνει υπόψη τα Θεμελιώδη Κοινωνικά Δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη. Ο ρόλος της Ένωσης στην υλοποίηση αυτών των στόχων είναι προδήλως υποστηρικτικός της δράσης των κρατών-μελών (βλ. αρ. 153 ΣΛΕΕ). Θεσμοθετείται δε ο κοινωνικός διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους σε ενωσιακό επίπεδο, ο οποίος μπορεί να καταλήξει στη σύναψη συμβατικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών (βλ. αρ. 155 ΣΛΕΕ). Στην προκειμένη όμως περίπτωση ανετράπησαν από καθέδρας κεκτημένα εργασιακά δικαιώματα μας, χωρίς διάλογο και χωρίς συμφωνία. Ανετράπησαν μονομερώς κοινωνικά δικαιώματα που αφορούσαν την εργασία μας με από καθέδρας επιβολή μέτρων εναντίον μας που μας υποχρέωσε η εσωτερική έννομη τάξη να αποδεχθούμε και να υπογράψουμε. Η υπογραφή μας δηλαδή δεν οφείλεται στην ελεύθερη βούληση μας. Έτσι η υπογραφή μας (όπως παρακάτω ιστορείται) οφείλεται σε καταχρηστική και παράνομη προϋπόθεση.

8) Από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ελληνικού Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, συνάγεται ότι το εύρος εφαρμογής της διατάξεως αυτής συμπίπτει με εκείνο της παρ. 2 του άρθρου 20 του Ελληνικού Συντάγματος. Επομένως, η παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως ακριβώς και η προμνησθείσα συνταγματική διάταξη, έχει έδαφος εφαρμογής σε περιπτώσεις δυσμενών διοικητικών πράξεων, ακόμη και εάν αυτές εκδίδονται βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων. Αξιοσημείωτη ενταύθα είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία και επικαλούμαστε (βλ. απόφαση ΔΕΕ 22.11.2012 Υπόθεση Μ. κατά Μinister of Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδία (C-277/11).

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας ουδέν έπραξε

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή το δικαίωμα ακρόασης εφαρμόζεται σε κάθε διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε έκδοση βλαπτικής πράξης ακόμη και όταν η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν προβλέπει ρητά την τήρηση μιας τέτοιας διατύπωσης. Για τους λόγους αυτούς η καταναγκαστική υπογραφή μας παραίτησης από ιδρυθέντα-κεκτημένα δικαιώματά μας αφενός προσβάλλει την αξιοπρέπει μας και αφετέρου δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και ως εκ τούτου τα Όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι έκθετα ενώπιον των κανόνων και Αρχών Ασφάλειας Δικαίου της ενωσιακής έννομης τάξης –και της Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου που καθοδηγεί και τη δράση της Επιτροπής.

9) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας (ΕΕΚΠ), αποτελούμενη από δύο εκπροσώπους κάθε κράτους-μέλους και από δύο εκπροσώπους της Επιτροπής, είναι συμβουλευτικός φορέας επιφορτισμένος να επικουρεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή (Απόφαση 2004/689, EEL 314, 13.10.2004). Τα κύρια καθήκοντά της είναι να παρακολουθεί τις πολιτικές κοινικής προστασίας στα κράτη-μέλη και στην Ένωση, να προωθεί την ανταλλαγή πληροφοριών, πείρας και ορθής πρακτικής μεταξύ των κρατών μελών με την Επιτροπή, καθώς και να εκπονεί μια ετήσια έκθεση. Η Επιτροπή έθεσε σε λειτουργία, από το έτος 1990, ένα σύστημα αμοιβαίας πληροφόρησης για την κοινωνική προστασία (πρόγραμμα MISSOC), το οποίο διαχειρίζεται ένα δίκτυο εθνικών παρατηρητών και συντονίζεται από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κοινωνικής Ασφάλισης. Ωστόσο, για την υπό κρίση περίπτωση μας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας ουδέν έπραξε και κατά το μέρος αυτό εκφράζουμε το έντονο παράπονο και τη διαμαρτυρία μας. Η Επιτροπή αυτή αδιαφόρησε πλήρως, όταν δικαιώματά μας από κοινωνικούς πόρους είχαν ακυρωθεί μονομερώς αλλά και καταστρατηγηθεί με αναγκαστικό τρόπο.

10) Το όλο ζήτημα που τίθεται ενώπιον Σας προδήλως βέβαιον είναι ότι αφορά περιουσιακό μας στοιχείο. (πρβλ. άλλωστε αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου [3] ).

Β’ ΜΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

Η νομολογία του δικαιοδοτικού Οργάνου του Λουξεμβούργου

Πέραν των προεκτεθέντων η προστασία της ενωσιακής έννομης τάξης δεν διακρίνει τους εργαζόμενους σε εκείνους του Δημόσιου ή του Ιδιωτικού τομέα. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ:

1) Η απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1996 που αφορά παράβαση κράτους μέλους με θέμα την απασχόληση στη Δημόσια Διοίκηση – Υπόθεση C173/94. Στην υπόθεση αυτή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιουνίου 1994, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Βασίλειο του Βελγίου να άρει την προϋπόθεση ιθαγενείας υπηκόων των άλλων κρατών -μελών για την πρόσβαση στις θέσεις δημοσίων υπαλλήλων η λοιπών υπαλλήλων του ευρύτερου Δημοσίου Τομέα.

2) Το Δικαστήριο στην Υπόθεση C-177/10 Francisco Javier Rossado Santana κατά Consejeria de Justicia y Administración Pública de la Junta de Andalucia, έλυσε το επίδικο ζήτημα για το προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης με βάση την Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων».

3) Το Δικαστήριο με την απόφαση της 3.5.2012, που αφορούσε στην Υπόθεση C337/10 αναφορικώς με την ερμηνεία του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου 2003, εφάρμοσε την Οδηγία σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων.

4) Το Δικαστήριο στην Υπόθεση C-559/07 της 26ης Μαρτίου 2009 που αφορά υπόθεση κατά της Ελλάδας και άπτεται του Δημόσιου Τομέα (Στρατιωτικούς) αφορά εφαρμογή της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ και εξομοιώνει συνταξιοδοτικά όρια ανδρών και γυναικών στο Δημόσιο Τομέα.

5) Το Δικαστήριο στην Υπόθεση C-222/14 αφορά εφαρμογή της Οδηγίας 96/34/ΕΚ και αναγνωρίζει το δικαίωμα γονικής άδειας στους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους.

6) Το Δικαστήριο με την από 23.12.2015 απόφαση στην Υπόθεση C-180/14 που αφορά παραβίαση των άρθρων 3 και 6 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου 2003, δικαίωσε εργαζόμενους ιατρούς του Δημόσιου Τομέα για τις υπερωρίες.

Συνεπώς η ιδιότητά μας ως Δημοσίων Υπαλλήλων ή συνταξιούχων Δημοσίων Υπαλλήλων τυγχάνει προστασίας για τα εν θέματι ζητήματα.

H αμεσότητα εφαρμογής του ενωσιακού κανόνα

Ενταύθα αναφερόμενοι στις πρόνοιες του ενωσιακού κεκτημένου και ειδικότερα προβάλλοντας ως αναγκαία Αρχή την αμεσότητα των ενωσιακών κανονων δικαίου, επαγόμεθα και τα εξής:

1) Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ –ήδη Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΔΕΕ) με μια θεμελιώδη νομολογιακή παραδοχή του, στην υπόθεση Van Gend & Loos (βλ. ΔΕΚ [ήδη ΔΕΕ] Van Gend and Loos, 1963, 26/62), ανέστρεψε το τεκμήριο «της καταρχήν ελλείψεως αμεσότητας» και νομολόγησε ότι οι κανόνες του κοινοτικού (ήδη ενωσιακού) δικαίου από τη φύση τους αφορούν ευθέως και αμέσως τον διοικούμενο –πολίτη της Ένωσης.

2) Επομένως μπορεί ο πολίτης της Ένωσης να επικαλείται τους κανόνες της ενωσιακής έννομης τάξης. Ένα τέτοιο δικαίωμα επίκλησης συνεπάγεται αυτομάτως και την υποχρέωση εφαρμογής του κανόνα που επικαλείται ο ιδιώτης –πολίτης της Ένωσης.

3) Ιδιαιτέρως σημαντικός είναι συνεπώς ο ρόλος της νομολογίας του ΔΕΚ/ ΔΕΕ), στο ζήτημα της αμέσου ισχύος των ενωσιακών κανόνων προς Κράτη-Μέλη.

4) Αμφιβολίες σχετικώς με τον τρόπο ισχύος ενός πρωτογενούς ή παράγωγου κανόνα, ανέκυψαν αρχικώς στο πλαίσιο της υπόθεσης Grad ( βλ. ΔΕΚ/ΔΕΕ, 6.10.1970, Grad, 9/70, Συλλ. 1970.825 επ.) . Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου υπογράμμισε με αφορμή την απόφαση αυτή, ότι δεν αναπτύσσουν μόνον οι Κανονισμοί άμεση ισχύ, αλλά και οι λοιποί κατά περίπτωση παράγωγοι κανόνες.

5) Κατά τις παραδοχές του ΔΕΚ/ΔΕΕ, εάν στο θιγόμενο πρόσωπο δεν παρέχεται η δυνατότητα επίκλησης των υποχρεώσεων που βαρύνουν το κράτος-μέλος, τότε η δεσμευτικότητα των ενωσιακών κανόνων αποδυναμώνεται και έτσι καταστρατηγείται το πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό και ήδη ενωσιακό δίκαιο. Τούτο ισχύει κυρίως στις περιπτώσεις που η ενωσιακή έννομη τάξη επιβάλλει στις Εθνικές Αρχές την τήρηση μιας ορισμένης συμπεριφοράς. Συνεπώς το χρήσιμο αποτέλεσμα (effect utility) της συγκεκριμένης αυτής διάταξης θα εξασθένιζε, εάν οι πολίτες του Κράτους αυτού και πολίτες της Ένωσης δεν μπορούσαν να επικαλεσθούν συγκεκριμένους κανόνες της ενωσιακής έννομης τάξης.

6) Περαιτέρω, το Δικαστήριο (βλ. ΔΕΚ/ΔΕΕ, 19.1.1982, Becker, 8/81, Συλλ. 1982.53, σκέψεις 21-24), έχει απεφανθεί ότι το κράτος-μέλος που δεν έχει προσαρμοσθεί εγκαίρως με το περιεχόμενο ενός ενωσιακού κανόνα, δεν μπορεί να αντιτάσσει στους ιδιώτες τη δική του αμέλεια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, που πηγάζουν από τον κανόνα αυτό (βλ. ΔΕΚ/ΔΕΕ, 1.3.1983, Επιτροπή/Βελγίου, Συλλ. 1983.467, σκέψη 13). Αντιστρόφως το κράτος -μέλος δεν μπορεί να επιβάλει σε βάρος ιδιωτών υποχρεώσεις, βασιζόμενο σε διατάξεις των οποίων η αναγκαία μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο δεν έχει ακόμη επιχειρηθεί (βλ. ΔΕΚ/ΔΕΕ, 8.10.1987, Kolpinghuis, 80/86, Συλλ. 1987.3969).

7) Με βάση τα ανωτέρω ζητάμε την ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ των προαναφερομένων ΚΑΝΟΝΩΝ της ενωσιακής έννομης τάξης, καθώς και την παραπομπή της υπό κρίση περίπτωσης στο ΔΕΕ.

Γ’ ΜΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

τα άρθρα 153 παρ. 1ε ΣΛΕΕ και 154 παρ. 1 ΣΛΕΕ και η περίπτωσή μας

1) Η Ένωση προκειμένου για την κοινωνική πολιτική και τα κοινωνικά δικαιώματα από την εργασία, ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ τη δράση κράτους-μέλους ή άλλως ΕΠΕΜΒΑΙΝΕΙ στην αδράνεια κράτους-μέλους όταν αφορά όρους εργασίας, κοινωνική προστασία και ασφάλιση, ενημέρωση και διαβούλευση. Άλλωστε η Επιτροπή έχει καθήκον να προωθεί τη διαβούλευση και να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διευκολύνεται ο διάλογος. Η Επιτροπή δε, έχει αυξημένη ΕΥΘΥΝΗ για την υπό κρίση περίπτωση μας, ΓΙΑΤΙ ΑΔΡΑΝΗΣΕ ΠΛΗΡΩΣ. Κυρίως δε γιατί επέτρεψε την υποχρέωση (με την υπογραφή μας) της αναγκαστικής παραίτησης από κεκτημένα δικαιώματά μας.

H ειδικότερη περίπτωσή μας

2) Στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε στην ειδική υπερωριακή αποζημίωση που μας αφορά ή αφορούσε ως υπαλλήλους του Υπουργείου των Οικονομικών (μόνιμους και έκτακτους ακόμη και συνταξιούχους) από τον ειδικό λογαριασμό που φέρει την επωνυμία «Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων» (με τη συντομογραφία ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.). Αναφερόμαστε στον ειδικό λογαριασμό ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.

3) Άξιο παρατήρησης είναι ότι στους δικαιούχους του ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. επιβάλλεται κράτηση επί των αποδοχών αυτών υπέρ ΤΕΑΔΥ (πρώην ΤΑΥΟΥ) ως εξής:

  • από 16/12/1990 έως 3171997 ποσοστό 20%,
  • από 1/8/1997 έως 30/11/1998 ποσοστό 10%,
  • από 1/12/1998 έως 31/5/2000 ποσοστό 11%
  • από 1/6/2000 έως 30/6/2004 έγινε διπλή κράτηση: α) υπέρ ΤΕΑΔΥ ποσοστό 5% και β) υπέρ Ειδικού Λογαριασμού ποσοστό 6%
  • από 1/7/2004 έως 31/12/2006 διπλή κράτηση: α) υπέρ ΤΕΑΔΥ ποσοστό 2% και β) υπέρ Ειδικού Λογαριασμού ποσοστό 6%
  • από 1/3/2007 έως 28/2/2008 διπλή κράτηση: α) υπέρ ΤΕΑΔΥ ποσοστό 2% και β) υπέρ Ειδικού Λογαριασμού ποσοστό 7% και
  • από 1/3/2008 έως 31/10/2011 κρατήσεις: α) υπέρ ΤΕΑΔΥ Εργοδότη ποσοστό 5%, β) υπέρ ΤΕΑΔΥ Ασφαλισμένου ποσοστό 3% και γ) υπέρ Ειδικού Λογαριασμού ποσοστό 7%.

Οι κρατήσεις αφορούσαν την αύξηση της μηνιαίας σύνταξης των δικαιούχων ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.

Δ’ ΜΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Kατ’ ουσίαν λαμβάνει χώρα υποκρυπτόμενο O.S.I επ’ ευκαιρία του P.S.I.

Κληθήκαμε να υπογράψουμε την κατ’ ουσία παραίτησή μας από κεκτημένα δικαιώματα μας (βλ. άρθρο 13 του Ν.4281/2014 –ΦΕΚ 160/τΑ/8.8.2014). Η ρύθμιση έχει ως εξής:

  1. 1.Τα ποσά των πρόσθετων κρατήσεων των υπαλλήλων που παρακρατήθηκαν, σε μηνιαία βάση, από την καταβαλλόμενη σε κάθε δικαιούχο αποζημίωση ΔΙΒΕΕΤ, για τη χορήγηση πρόσθετου μερίσματος, κατατίθενται σε λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ειδικός Λογαριασμός Πρόσθετων Παρακρατηθέντων Πόρων» και αφορούν αποκλειστικά πρώην δικαιούχους ΔΙΒΕΕΤ.
  2. 2.Στο λογαριασμό αυτό συγκεντρώνονται:

α) Το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού «ΤΕΑΔΥ-Ειδικός Λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας Ε» που τηρούσε το ΤΕΑΔΥ στην Τράπεζα της Ελλάδος.

β) Το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τίτλο «Ε.Δ. Υπουργείο Οικονομικών-Εισφορές από ΔΙΒΕΕΤ 1/7/2001-31/7/2004 –Πρόσθετο Μέρισμα».

γ) Το χρηματικό υπόλοιπο της πρόσθετης κράτησης για το χρονικό διάστημα διαχείρισης του λογαριασμού από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δυνάμει της αρ. οικ.2/42423/Α0024/10.6.2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.

3.  Μετά την κατάθεση των ανωτέρω ποσών, ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός τίθεται αυτοδίκαια σε εκκαθάριση δεδομένου ότι δεν διενεργούνται επιπλέον παρακρατήσεις εισφορών δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν.4024/2011.

4. α) Οι παρακρατηθείσες κατά τα ανωτέρω εισφορές επιστρέφονται και καταβάλλονται εφάπαξ απομειωμένες αναλογικά προς τους δικαιούχους, κατόπιν της «σύμφωνης γνώμης τους»(!) και υπό τον όρο της ρητής παραίτησής τους(!) από οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση επιστροφής ποσών από την ίδια αιτία.

β) Άξιο παρατήρησης είναι ότι ενώ ο λογαριασμός τίθεται σε εκκαθάριση και ενώ είναι εκ προοιμίου δεδομένο ότι δεν δικαιούται ο οποιοσδήποτε να αναλάβει έστω και ένα ευρώ από τα ποσά που έχουν παρακρατηθεί και ενώ επιβάλλεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη μειωμένη αποδοχή των χρημάτων η ρητή παραίτηση από τα υπόλοιπα χρήματα, αναφέρεται ως όρος η «σύμφωνη γνώμη»(!) ως εάν έχει κάποιος το δικαίωμα να διαφωνήσει υπό αυτές τις συνθήκες! Οι συνθήκες όμως ήταν ως εξής: Ο λογαριασμός τίθεται σε εκκαθάριση. Ως εκ τούτου ή εάν «συμφωνείς» υπογράφεις τη μερική καταβολή και παραιτείσαι των λοιπών χρημάτων, ή εάν «δεν συμφωνείς και δεν υπογράφεις», τότε δεν έχεις να λάβεις ούτε ένα ευρώ.

Συνεπώς, όποιος επιθυμούσε να λάβει έστω και μειωμένα χρήματα, θα έπρεπε να υποταχθεί στην παραίτηση των δικαιωμάτων του, έπρεπε να «συμφωνούσε» έστω και εάν «δεν συμφωνούσε». Όμως η ρήτρα της «σύμφωνης γνώμης» είναι άκυρη, γιατί προϋποτίθεται ο αναγκαστικός τρόπος παραίτησης και η αυτοδίκαιη εκκαθάριση του λογαριασμού. Συνεπώς τίθεται ζήτημα: τα χρήματα που δεν έχουμε λάβει, αν και τα δικαιούμαστε, «ποιά» κατεύθυνση έχουν λάβει; Η κατεύθυνση προκύπτει ευθέως από το κατ’ ουσίαν επελθόν «haircut»[4] Για την ολοκλήρωση του νομικού μας λόγου υπ’ όψιν Σας και τα εξής:

Β) Στις υπεύθυνες δηλώσεις που υπογράψαμε δυνάμει κατ’ουσίαν ενός αναγκαστικού νόμου και μάλιστα με τον «όρο της ρητής παραίτησης»(!) από ένα λογαριασμό ο οποίος τίθεται «σε αυτοδίκαιη εκκαθάριση», ζητάμε να προσεχθεί το εξής: Στην υπεύθυνη δήλωσή μας για την παραίτηση των υπολοίπων δικαιωμάτων μας, δηλώνουμε ότι αποδεχόμαστε την μερική επιστροφή των χρημάτων λόγω εκκαθάρισης, αλλά αυτό λαμβάνει χώρα με παραπομπή στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) και ειδικότερα στο ΦΕΚ 2640/6.10.2014/τ.Β.

Γ) Οι ρυθμίσεις, όμως, στο συγκεκριμένο ΦΕΚ 2640/6.10.2014/τ.Β. λαμβάνουν χώρα με επίκληση στο «Ν.4050/2012» που ωστόσο ο νόμος αυτός αφορά: «κανόνες τροποποιήσεως τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων (ΦΕΚ 36 Α’)». Δηλαδή, η όλη «έμπνευση» ώστε με αναγκαστικό τρόπο να παραιτηθούμε από κεκτημένα δικαιώματά μας, αφορά έμμεσο, αλλά σαφή τρόπο να υπάρξει στην περίπτωσή μας υποκρυπτόμενο «haircut» και κατ’ ουσίαν OfficialSectorInvolvement (O.S.I.) με την ευκαιρία του P.S.I. Αυτή η διαδικασία ακριβώς είναι ζήτημα ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ και ΑΝΑΦΟΡΑΣ μας σ’ Εσάς. Άλλωστε:

Δ) Τούτη όλη η διαδικασία, ενώ αφορούσε PrivateSectorInvolvement (PSI) στην περίπτωσή μας είναι OfficialSectorInvolvement (OSI). Ωστόσο:

Είμαστε εργαζόμενοι εντός του νομικού προσώπου του Κράτους και ο φορέας που διαχειρίσθηκε το ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Μάλιστα ο τότε Κεντρικός Τραπεζίτης κ.Γεώργιος Αθ. Προβόπουλος υπό την ιδιότητά του ως Καθηγητής Πανεπιστημίου, τα υπό κρίση θέματα τα εντάσσει στους ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ [5] και όχι στην ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

Επίσης στο αυτό (ΦΕΚ 2440/6.10.2014 /τ.Β) που δεν αναφέρει …«λεπτομέρειες» γίνεται και αναφορά για τα επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν.4046/2012 που αφορά στο ΦΕΚ 28/τΑ/14.2.2012, ήτοι στο περίφημο ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ! Συνεπώς: Με αναγκαστικό τρόπο ενταχθήκαμε σε O.S.I.

Ε’ ΜΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

περαιτέρω

Στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε σ ατομικό δικαίωμα της εργασίας και ασφάλισης μας όπως αυτό ιδρύεται από τις αυστηρές διατάξεις της παρ. 1 και 5 του άρθρου 22 του Ελληνικού Συντάγματος. Ενταύθα επισημειώνουμε τη δομική νομική διαφορά η οποία υφίσταται μεταξύ των κλασσικών (ατομικών) δικαιωμάτων του statusnegavitus και των κοινωνικών δικαιωμάτων του statusprositivus. Στην πρώτη περίπτωση του statusnegativus η κρατική εξουσία δεν εμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος. Η συνταγματική εγγύηση διασφαλίζει το status και δεν το δημιουργεί. Αντιθέτως το περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων που αφορά το statusprositivus συνιστά υποχρέωση του Κράτους να εξασφαλίσει το δικαίωμα. Κατά παράβαση των προνοιών της Αρχής της Αναλογικότητας μας επιβλήθηκε στέρηση ΠΡΟΚΑΤΑΒΕΒΛΗΜΕΝΩΝ ΚΡΑΤΗΣΕΩΝ αντίθετα προς το statusprositivus.

Τούτων δοθέντων καθίσταται αδήριτη ανάγκη και απολύτως νόμιμο και βάσιμο είναι το αίτημά μας να μας επιστραφεί το σύνολο των κρατήσεών μας του ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. από την καταβολή αυτών έως την 31/12/2011 και να κριθεί άκυρη η με αναγκαστικό τρόπο παραίτηση μας από το σύνολο των δικαιωμάτων μας.

Προς την κατεύθυνση αυτή ζητάμε από Σας το αρμόδιο Ενωσιακό Όργανο να αναλάβετε πρωτοβουλία ως εξής:

Α) Να παραπέμψετε την Ελληνική Δημοκρατία επί νομίμων χρηματικών παρακρατήσεων, για παραβιάσεις των όρων εργασίας και κοινωνικής ασφάλειας μας, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, στο αρμόδιο Δικαστήριο της Ένωσης.

Β) Να παραπέμψετε ομοίως στο αρμόδιο Δικαστήριο της Ένωσης την Ελληνική Δημοκρατία για τον αναγκαστικό τρόπο της υπογραφής μας με την οποία «παραιτηθήκαμε» από το υπόλοιπο του ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.

επίσης ζητάμε

Γ) Να αναλάβετε πρωτοβουλία ως Επιτροπή προκειμένου να εκδώσετε Απόφαση [6] σύμφωνα με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ δεσμευτική α) για το κράτος-μέλος της Ελληνικής Δημοκρατίας και β) για το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), προκειμένου να ικανοποιηθεί το ενταύθα υποβαλλόμενο αίτημα, ήτοι να μας επιστραφεί το σύνολο των κρατήσεων μας του ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ από την καταβολή αυτών έως την 31/12/2011 και να κριθεί άκυρη η με αναγκαστικό τρόπο παραίτηση μας από το σύνολο των δικαιωμάτων μας.

τούτων δοθέντων:

Επειδή ο συνδυασμός των διατάξεων των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων, του (Ευρωπαϊκού) Κοινωνικού Χάρτη που υπογράφηκε στο Τορίνο το 1961 και του Κοινωνικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989, αλλά και τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου (E.C.H.R.) που προστατεύει εργαζόμενους ακόμη και στο Δημόσιο Τομέα [7] συνιστούν το αυστηρό πλαίσιο του ισχύοντος Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου το οποίο επιτάσσει την ικανοποίηση του εν θέματι αιτήματός μας [8]

Επειδή συνολικώς η σε βάρος μας συμπεριφορά των Οργάνων του Ελληνικού Κράτους, παραβιάζει την Αρχή της Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης [9]

Επειδή τα φυσικά πρόσωπα Διοίκησης του ΤΕΑΔΥ ενήργησαν σε βάρος μας και καταχρηστικά [10] μας επιβλήθηκε η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΜΑΣ από κεκτημένα δικαιώματα και το ΤΕΑΔΥ αφορά Δημόσιο Τομέα, ήτοι αφορά κατ’ ουσίαν πράξη νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η καταχρηστική όμως αυτή συμπεριφορά δεν συστοιχείται με αυστηρούς κανόνες δικαίου και αποδοκιμάζεται και από την παρ. 3 του άρθρου 25 του Ελληνικού Συντάγματος.

Επειδή η ενέργεια του ΤΕΑΔΥ έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση [11]

Επειδή τα όσα ενταύθα επαγόμεθα παραβιάζουν την αρχή της ισότητας επί εννόμων αγαθών και κοινωνικών δικαιωμάτων [12]

Επειδή τα εν θέματι αναφερόμενα παραβιάζουν την Αρχή της Αναλογικότητας που αποτελεί βασική Αρχή Ασφάλειας Δικαίου της Ενωσιακής έννομης τάξης [13]

Επειδή η παρούσα προσφυγή και καταγγελία μας: Α) έχει ουσιαστικό για μας χαρακτήρα (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου [E.C.H.R.]: «Van Leuven και De Meyere κατά Βελγίου της 23 Ιουνίου 1981», και Β) σχετίζεται με ζητήματα πραγματικά και νομικά (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου [E.C.H.R.]:: «Albert και Le Compte κατά Βελγίου της 10 Φεβρουαρίου 1983») [14] και

Επειδή στην παρούσα υπό κρίση περίπτωση παρανόμως έλαβε χώρα OSIεπ’ ευκαιρία PSI.

Επειδή σε κάθε περίπτωση οι επίμαχες διατάξεις έχουν ισχύ από 8.8.2014 και 6.10.2014 και δικαιούμαστε ενός διετίας να αξιώσουμε τα ποσά που δικαιούμαστε αν και λόγω πρόδηλης αδικοπραξίας η παραγραφή είναι εικοσαετής, κατ’ αναλογία με καταλογιστικές αξιώσεις του Δημοσίου.

τούτων δοθέντων ζητάμε:

Από Εσάς Επίτροπε κα.Marianne Thyssen, που έχουμε την Τιμή να Σας απευθύνουμε την παρούσα μας, διατελώντας με τη ρητή επιφύλαξη όλων των νομίμων δικαιωμάτων μας ως προς την εσωτερική έννομη τάξη, αλλά και ως προς την ευρωπαϊκή –ενωσιακή έννομη τάξη:

Α) Να κάνετε δεκτή την παρούσα μας αίτηση και καταγγελία που αφορά οφειλόμενη νόμιμη ενεργεία Σας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα

Β) Να παραπέμψετε την Ελληνική Δημοκρατία στο αρμόδιο δικαιοδοτικό Όργανο της Ένωσης για παραβιάσεις των οικονομικών όρων εργασίας μας από κοινωνικούς πόρους, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση

Γ) Να παραπέμψετε την Ελληνική Δημοκρατία στο αρμόδιο δικαιοδοτικό Όργανο της Ένωσης για τον αναγκαστικό τρόπο υπογραφής μας με την οποία παραιτηθήκαμε από το υπόλοιπο του εν θέματι ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ. που αφορούσε υπέρ ημών νόμιμες χρηματικές κρατήσεις.

Δ) Να αναγνωρίσετε ότι για την παρούσα υπόθεση υποκρύπτεται OS.I. επ’ ευκαιρία P.S.I. και

Ε) Να αναλάβετε πρωτοβουλία ως Επιτροπή προκειμένου να εκδώσετε Απόφαση [15] σύμφωνα με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ δεσμευτική α) για το κράτος-μέλος της Ελληνικής Δημοκρατίας και β) για το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), προκειμένου να ικανοποιηθεί το ενταύθα υποβαλλόμενο αίτημα, ότι η αναγκαστική παραίτηση μας από παρακρατήσεις που μας αφορούσαν συνιστούν κατά την ουσία και το περιεχόμενό ανεπίτρεπτο O.S.I. και συνεπώς αίρονται αναδρομικώς όλες οι σε βάρος μας συνέπειες κατά το μέρος που αφορά το «Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων» (ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.).

Αθήνα, 04 Αυγούστου 2016

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

Πέτρος Ι. Μηλιαράκης

Δικηγόρος ΣτΕ, ΕλΣ, ECHR, GC-EU

 

 

[1]

Βλ. D.Foden-L.Magnusson, Five years’ experience of the Luxembourg employment strategy, Brussels, European Trade Union Confederation, 2003, A.Murray, Corporate Social Responsibility in the EU, London, Centre for European Reform, 2003 και D.Trubek, J.Zeitlin Governing work and welfare in a new economy, European and American experiments, Oxford, Oxford University Press, 2003

[2]

Πρβλ. D.Albers, S.Haseler, H.Meyer, Social Europe: a continent’s answear to market fundamentalism, London Metropolitan University, 2006, G.De Burga, EU Law and the welfare state: in search of solidarity, Oxford: Oxford University Press, 2005, European Commision, Communication from the Commission on the Social Agenda, COM/05/33, Luxembourg: EUR-OP, 2005 και Global Europe: Competing in the world: A contribution to the EU’s Growth and Jobs Strategy, COM/2006/567, Luxembourg: EUR-OP, 2006.

[3]

Βλ. E.C.H.R: «The Trakroren Aktiebolag κατά Σουηδίας της 7ης Ιουλίου 1989», «Gasus Dosier-und Forderte Chnik GmbH κατά Ολλανδίας της 23ης Φεβρουαρίου 1995», «Pine Valley Developments LTD and others κατά Ιρλανδίας της 29ης Νοεμβρίου 1991» και «Albert Benthem κατά Ολλανδίας της 23ης Οκτωβρίου 1985».

[4]

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κρίθηκε ότι δεν πρέπει να υποστεί «hair cut» εξ αιτίας του PSI γιατί αφορά δημόσιο τομέα. Εμείς όμως είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι και τα χρήματά μας αφορούσαν εισφορές μέσω του δημόσιου τομέα. Όπως, δε, δεν ίσχυσε το PSI στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και όπως εξαιρέθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από το PSI, έτσι έπρεπε να εξαιρεθούμε και εμείς από οποιαδήποτε μείωση χρημάτων.

[5]

Βλ. Γεώργιος Αθ. Προβόπουλος, Ελληνικού Δημοσιονομικοί Θεσμοί. Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, 1983 σελ. 227 και επ.,

[6]

Η Απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όταν ορίζει αποδέκτες είναι δεσμευτική μόνο γι’ αυτούς. Η Απόφαση σε αντίθεση με τον Κανονισμό [ΠΕΚ υπ.Τ-47/95 (Terres Rouges) Συλλ. 1997, ΙΙ-481] που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη, δεν έχει γενική ισχύ όταν ορίζει αποδέκτες τους οποίους και δεσμεύει. Η Απόφαση είναι επίσης δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της, σε αντίθεση με την Οδηγία η οποία δεσμεύει μόνο ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Επίσης επίκληση Απόφασης σε βάρος άλλου ιδιώτη το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε (βλ. ΔΕΚ υπ. C-80/06 (Karp) Συλλ. 2007, Ι-4473). Ως εκ τούτου η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για την τύχη των σχετικών Ελληνικών Ομολόγων, δεν έχουμε έννομο συμφέρον να αναφερθούμε. Τούτο αφορά το Νομικό πρόσωπο του Κράτους της Ελληνικής Δημοκρατίας.

[7]

Πρβλ. αποφάσεις E.C.H.R.: «Argento v. Italy», «Spurio v. Italy», «De Santa v. Italy», «Eusco v. Italy», «Giallo v. Italy», «Laphi v. Italy» 2.9.1997. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[8]

Πρβλ. ειδικώς: M.Buti, I.Pench, R.Sestito, European unemployment: contending Theories and Institutional and Institutional Complexities, European University Institute, 1988. J.-P. Cendron, Le monde de la protection sociale, Integration, solidarite, macroeconomie, Nathan, Paris, 1996, P.Maillet, W.Kosters, Une Europe plus favorable a l’ emploi. Un programme volontariste, L’ Harmattan, Paris 1996, P.Pochet, Mondialisation: quelles reponses communautaire Emploi, revenu, fiscalite, Observatoire social europeen, Bruxelles, 1996.

[9]

Πρβλ. αντί πολλών Συμβούλιο της Επικρατείας: 2295/1965, 2810/1967, 331/1971, 3938/1978, 818/1982, 3646/1985, 2008/1987, 1387/1989, 997/1990, 2441/1996, 703/2004, 951/2005, 1835/2007, 154/2008, 3322/2008, 2291/2009, 590/2010 καθώς και Ελεγκτικό Συνέδριο 1348/1981 και 1222/1982. Επίσης πρβλ. και Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 3531/2013.

[10]

Πρβλ. Θ.Τσάτσος, Η επέκτασις της έννοιας της καταχρήσεως εξουσίας, Μελέται Διοικητικού Δικαίου 197, σελ. 25 επ. και G.Leze, La jurispudence du Conseil d’ Etat et le deturnement de pouvoir dans la jurispudence administrative, RDP 1952 σελ. 257.

[11]

Πρβλ. Isaac, La procedure administrative non contentiense, συνολικά, Leze, Les formes en droit administratif σελ. 503 επ., Berlia, La vice de forme et le controle de la legalite des actes administratifs σελ. 370 επ.

[12]

Πρβλ. Χ.Γεραρής, Η κοινοτική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων και το Ελληνικό Δημόσιο Δίκαιο ΤοΣ 13, 464, Α.Καλογερόπουλου, Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εργαζομένων ανδρών και γυναικών στο κοινοτικό δίκαιο. ΤοΣ 13, 445, Α.Κατράνης, Η θεωρία της τριτενέργειας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. ΤοΣ 1978, 237 επ.

[13]

Πρβλ. στο επίπεδο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης πρβλ. ΔΕΚ [ήδη ΔΕΕ] 114/76 Συλλ. 1977, 1211, επίσης 116/76 Συλλ. 1977, 1247, 119-120/76 Συλλ. 1977, 1247, βλ. επίσης Συλλ. 1991-7/ΙΙ, σελ. 54, επίσης υπόθεση Man, απόφαση της 24.9.1985, Συλλ. 1985 σελ. 2889, σκέψη 20. Επίσης πρβλ. G.De Burca, “Proportionality and Wednesbury Unreasonableness: The Influence of European Legal Concepts on UK Law,” 3 Eur. Public Law 561, 1997, G.De Burca, “The Principle of Proportionality and Its Application in EC Law,” 13 Y.B. Eur. L. 105, 1993, N.Emiliou, The Principle of Proportionality in European Law: A Comparative Study, London: Kluwer Law International, 1996, T.Franck, “On Proportionality of Countermeasures in International Law,” 102 Am. J.Int’l L. 715, 2008, G. Hallet, Greater Good: The Case for Proportionalism, Washington, DC: Georgetown University Press, 1995, L. Hoffman, “The Influence of the European Principle of Proportionality upon UK Law,” in E. Ellis [ed.], The Principle of Proportionality in the Laws of Europe, Portland, OR: Hart Publishing, 1999, V. Jackson, “Being Proportional about Proportionality,” 21 Const. Comment. 803, 2004, M. Kumm, “Democracy Is Not Enough: Rights, Proportionality and the Point of Judicial Review”, New York University Public Law and Legal Theory, Working Papers, Paper 118, 2009.

[14]

Επίσης πρβλ. Donna Gomien, Short guide to the European Convention on Human Rights -Council of Europe, Strasbourg, 2000, σελ. 39 και επ., επίσης πρβλ. γενικώς A.Drzemczewski, European Human Rights Convention in domestic law -Oxford: Clarendon Press, 1983, D. Gomien, D.Harris and L.Zwaak, Law and practice of the European Convention on Human Rights and the European Social Charter –Strasbourg: Council of Europe Publishing, 1996. Επίσης πρβλ. ενδεικτικώς R.Abraham, Les incidences de la Convention europeenne des droits de l’ homme sur le contentieux administratife français, in Bulletin, de l’ Association pour la fidélité à la pensée du président René Cassin, no 11, 1990, σελ. 1 επ. , J.Pralus-Dupuy, L’article 6 de la Convention européenne de sauvegarde des droits de l’ homme et les contentieux de la répression disciplinaire, Revue de science criminelle et le droit pénal comparé, 1995, σελ. 723 επ. , P. Tavernier La convention européenne des droits de l’ homme et la distinction droit public,droit privé in Liber amicorum Marc-André Eissen, BRUYLANT-L.G.D.J., Bruxelles-Paris, 1995, σελ. 399 επ., R.Zimmermann, Les sanctions disciplinaires et administratives au regard de l’article 6 CEDH, Revue de droit administratif et de droit fiscal 1994, σελ. 335 επ.

[15]

Η Απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όταν ορίζει αποδέκτες είναι δεσμευτική μόνο γι’ αυτούς. Η Απόφαση σε αντίθεση με τον Κανονισμό [ΠΕΚ υπ.Τ-47/95 (Terres Rouges) Συλλ. 1997, ΙΙ-481] που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη, δεν έχει γενική ισχύ όταν ορίζει αποδέκτες τους οποίους και δεσμεύει. Η Απόφαση είναι επίσης δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της, σε αντίθεση με την Οδηγία η οποία δεσμεύει μόνο ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Επίσης επίκληση Απόφασης σε βάρος άλλου ιδιώτη το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε (βλ. ΔΕΚ υπ. C-80/06 (Karp) Συλλ. 2007, Ι-4473).