gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

για την πάταξη της διαφθοράς

και τη δημοσιονομική τάξη

Κοινός τόπος είναι ότι η έκταση της διαφθοράς, η διόγκωση του δημοσίου χρέους και η δημοσιονομική αταξία που πλήττουν την εθνική οικονομία, και κακοποιούν τα δημόσια οικονομικά, προσβάλλοντας έτσι σε ικανή έκταση το δημόσιο βίο της χώρας, οφείλονται (μεταξύ άλλων) και  στην «τακτική», στη «μεθοδολογία» και στο καταρχάς και κατ’ αρχήν «αθέσμιτο εποπτικών ελέγχων» που αφορά στις δημόσιες συμβάσεις.

Αφού επισημειωθεί ότι η έννοια των διοικητικών συμβάσεων διήλθε από διάφορες νομολογικές παραδοχές (1) ως «ιδιαίτερο είδος συμβάσεων», η έννομη τάξη «προσπάθησε» να οργανώσει το δίκαιο  των δημοσίων συμβάσεων (γενικώς) σε μια εκσυγχρονισμένη λογική και βάση (2). Έτσι δημιουργήθηκε η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α. ΔΥ.ΣΥ. –στο εξής «Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων» ή «Αρχή» (3).

Η Αρχή αυτή αποτελεί προσφάτως το  θεσμικό Όργανο του Κράτους που αποστολή του έχει τη τήρηση των αρχών της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο τομέα των δημοσίων συμβάσεων.

Η δημιουργία του κρίσιμου  αυτού Οργάνου προέκυψε από τις διαπιστωμένες ανάγκες που επέβαλαν την ίδρυση και λειτουργία ενός κεντρικού φορέα συντονισμού, εποπτείας και αξιολόγησης, απλοποίησης αλλά και εξορθολογισμού του υπάρχοντος «ειδικότερου θεσμικού πλαισίου».

  • οι δημόσιες συμβάσεις και η εθνική οικονομία

Είναι διαπιστωμένο (4) ότι οι  δαπάνες αναφορικώς με τις δημόσιες συμβάσεις σε διεθνές επίπεδο εγγίζουν εντυπωσιακά επίπεδα που αφορούν ακόμη και στο 20% του ΑΕΠ. Ειδικότερα για το έτος 2014 τα κόστη των δαπανών για τις δημόσιες συμβάσεις στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανερχόταν στο εντυπωσιακό 19% του ΑΕΠ, πράγμα που αντικρίζει πάγια κατάσταση, καθόσον σε διεθνές επίπεδο στη δεκαετία του 2000 το ποσοστό των δημοσίων συμβάσεων στο ΑΕΠ ήταν περίπου στο 19% του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Ειδικότερα για τη χώρα μας τα αντίστοιχα μεγέθη ανέρχονται σε πολύ υψηλά κόστη που για το έτος 2014 αντικρίζουν στο 8,8% του ΑΕΠ και αφορούν 18,4 δις ευρώ.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει η κρισιμότητα των δημοσίων συμβάσεων σε σχέση με την προστασία του δημοσίου χρήματος, με την πρόληψη και αποτροπή της διαφθοράς, αλλά και με την δημοσιονομική τάξη.

  • η «Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων»

Ως έχει προαναφερθεί με εξαιρετική βραδύτητα (έτος 2011), επειδή κατέστη ανάγκη, δημιουργήθηκε το κεντρικό Όργανο γνωμοδοτικών, συντονιστικών και κανονιστικών αρμοδιοτήτων και ελέγχου του συστήματος δημοσίων συμβάσεων σε επίπεδο Ανεξάρτητης Αρχής.

Υπ’ όψιν ότι η Αρχή αυτή ναι μεν υπόκειται στον έλεγχο του Κοινοβουλίου, και του χρηματοοικονομικού ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εις ουδένα όμως άλλο έλεγχο υπόκειται.  Επίσης δεν προβλέπεται εποπτεία από οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό όργανο ή όποια άλλη Αρχή.

Οι ανεξάρτητες, άλλωστε, Αρχές εντάσσονται στο πλαίσιο διάκρισης των λειτουργιών κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος κατά το μέρος όμως που αφορά στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής λειτουργίας. Συνιστούν δε «εσωτερικό έλεγχο» και «ανεξάρτητη παρέμβαση» στις αρμοδιότητες της επιμέρους εκτελεστικής λειτουργίας. Έτσι, οι Ανεξάρτητες Αρχές καθίστανται κρίσιμα εργαλεία παραγωγής σύγχρονων πολιτικών προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας. Υπό το πρίσμα αυτό ασφαλώς, πρέπει να κρίνεται, αλλά και να αντιμετωπίζεται και η συγκεκριμένη νεοσύστατη «Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων».

  • η κύρια αποστολή του συγκεκριμένου Οργάνου

Η κύρια αποστολή του συγκεκριμένου Οργάνου αφορά άσκηση αφενός γνωμοδοτικών και κανονιστικών αρμοδιοτήτων και αφετέρου άσκηση συντονιστικών και συμβουλευτικών αρμοδιοτήτων. Μπορεί δε επιγραμματικώς να παρατεθεί ότι οι γνωμοδοτικές και κανονιστικές αρμοδιότητες κυρίως αφορούν:

α) στην διατύπωση σύμφωνης γνώμης σε αιτήματα αναθετουσών Αρχών που αφορούν προσφυγή στην διαδικασία της διαπραγμάτευσης,

β) στη γνωμοδότηση για τη νομιμότητα κάθε διάταξης σχεδίου νόμου, Προεδρικού Διατάγματος ή κανονιστικής πράξης που αφορά δημόσιες συμβάσεις

γ) στην ενοποίηση και κωδικοποίηση του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.

Ειδικότερα, όμως, ως προς τις συντονιστικές και συμβουλευτικές αρμοδιότητες άξια αναφοράς είναι η παρεμβολή της Αρχής:

α) για την έκδοση Κατευθυντήριων Οδηγιών προς τους αρμόδιους φορείς και τις αναθέτουσες Αρχές για κρίσιμα ζητήματα του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων

β) για την προαγωγή της εθνικής στρατηγικής στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων,

γ) για την ερμηνεία ειδικώς των κανόνων της εσωτερικής και ευρωπαϊκής ενωσιακής έννομης τάξης ως προς τις δημόσιες συμβάσεις (5).

  • η καταπολέμηση της διαφθοράς και η προστασία του δημοσίου χρήματος

Οι προαναφερόμενες γνωμοδοτικές και κανονιστικές αρμοδιότητες σε συνδυασμό με τις συμβουλευτικές και συντονιστικές αρμοδιότητες της συγκεκριμένης «Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων», αφορούν ικανό πλαίσιο ώστε να λαμβάνονται όλες οι πρόνοιες που μπορούν να συμβάλουν ειδικότερα στην καταπολέμηση της απάτης και της διαφθοράς στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων στην Ελλάδα. Η Ανεξάρτητη δε αυτή Αρχή επιβάλλεται να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή, πράγμα που αναγνωρίζεται από την πρώτη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (6).

Όπως έχει, δε, ήδη προαναφερθεί τα κόστη που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις ανέρχονται κατά μέσο όρο σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο 20% στο ΑΕΠ, πράγμα που δεν αποκλείεται να προσεγγίσει και ως αντίστοιχο ποσοστό στην ελληνική εθνική οικονομία, με συνέπεια τον εξ αντικειμένου επιβαλλόμενο αναβαθμισμένο ρόλο της «Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων». Άλλωστε, ήδη στο πλαίσιο όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του Ο.Ο.Σ.Α. προκριματίζει ως προτεραιότητα η παρακολούθηση και η συνεχής βελτίωση του συστήματος δημοσίων συμβάσεων. Έτσι καθίσταται αναπόφευκτη η ανάγκη διαρκών μεταρρυθμίσεων προκειμένου αφενός να περιορισθεί η γραφειοκρατία και η μείωση των διοικητικών βαρών και αφετέρου να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη και η καινοτομία με σκοπό την προώθηση: α)  του υγιούς ανταγωνισμού, β) της αδήριτης ανάγκης για διαφάνεια και γ) της εκ προοιμίου επιβαλλόμενης ενίσχυσης όλων των μηχανισμών πρόληψης κατά της διαφθοράς.

Οι προαναφερόμενες πρόνοιες και πολιτικές μπορούν να εξασφαλίσουν όχι μόνο βέλτιστη ποιότητα στο όλο σύστημα, αλλά και δραστικό περιορισμό της δημοσιονομικής δαπάνης. Εν τέλει:

Η Ελλάδα ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της «Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων» και της αναγκαίας προσέγγισης των νομοθεσιών με σεβασμό στο πρωτογενές και παράγωγο ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο, μπορεί να συγκροτεί  περίγραμμα κράτους δικαίου μιας ολοκληρωμένης εθνικής πολιτικής για τις δημόσιες συμβάσεις, με συνέπεια την καταπολέμηση της διαφθοράς και την τήρηση της δημοσιονομικής τάξης.

  • οι διαπιστώσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Ωστόσο, κρίσιμα ερωτήματα εγείρονται λόγω της σχετικής έκθεσης τρέχοντος έτους (2016) του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφορικώς με τον διενεργηθέντα χρηματοοικονομικό έλεγχο για τα έτη 2013-2014 ως προς την «Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων». Το σχετικό πόρισμα 220 σελίδων επισημαίνει σοβαρές παρατυπίες, όπως όλως ενδεικτικώς σε σχέση:

α) με χρηματικά εντάλματα, β) με ετεροχρονισμένες μισθοδοσίες κατά παράβαση του Π.Δ. 113/2010, γ) με την έλλειψη μηχανισμού ελέγχου για την εισπραχθείσα κράτηση 0,10% επί των δημοσίων συμβάσεων η οποία συνεπάγεται κίνδυνο διαφυγής εσόδων, δ) με υπέρβαση της σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΟΙΚ για το ποσό των 280.000 ευρώ ως προς το μηνιαίο μίσθωμα του κτηρίου της έδρας για το χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών κ.α.

ΣΥΝΕΠΩΣ: Επιβάλλεται επαγρύπνηση πάντοτε, ακόμη και σε ό,τι αφορά εκείνους τους φορείς που αποστολή τους έχουν τη συμβολή για τη δημοσιολογιστική νομιμότητα και το δημόσιο χρήμα!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρβλ. αντί πολλών ΣτΕ 816/1980 αλλά και ΣτΕ σε Ε.Α. 459/2006 καθώς και ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ) C-57/2001, C-507/2003, C-393/2006 και C-147,148/2006)
  2. Βλ. Ν.3316/2005
  3. Βλ. Ν.4013/2011, Π.Δ. 122/2012, ΠΔ 123/2012, ΠΔ 43/2013
  4. Βλ. Public Procurement Indicators 2014, Brussels, 5 December 2014
  5. Πρβλ. τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες 2014/23/Ε.Ε, 2014/24/Ε.Ε και 2014/25/Ε.Ε.
  6. Βλ. το σχετικό παράρτημα για την Ελλάδα: Annex 8, Com 2014 38 final.