gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

η αναθεώρηση του Συντάγματος

-με «ψύχραιμη προσέγγιση»

Την πολιτική ατζέντα επικαιροποιεί (και) το ζήτημα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Ενόψει των όσων θα επακολουθήσουν χρήσιμο είναι να καταγραφούν τα εξής: Ο Καταστατικός Χάρτης, ο οργανωτικός της όποιας Πολιτείας, διαμορφώνει το νομικό και πολιτικό πολιτισμό με αυστηρούς κανόνες δικαίου και για τις επιμέρους επιφυλάξεις αναθέτει στη νομοθετική λειτουργία (Κοινό Νομοθέτη-Νομοθετικό Σώμα), την περαιτέρω ρυθμιστική παρέμβαση που καθορίζει το όλον περίγραμμα του Κράτους Δικαίου. Ωστόσο, και αυτό συμβαίνει πάντοτε, το σύνολο της ρυθμιστικής λειτουργίας λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της κρατούσας ιδεολογίας και της άρχουσας τάξης πραγμάτων.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο του ελληνικού αλλά και ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού ο Κοινός Νομοθέτης, σε ζητήματα ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (1) δεν μπορεί να θίξει τον πυρήνα του δικαιώματος.  Έχει όμως, όπως προεκτέθηκε, τη ρυθμιστική δυνατότητα παρέμβασης, επί εννόμων αγαθών, όπως αυτά ιδρύονται από το Σύνταγμα. Κατά το μέρος που αφορά στην ελληνική έννομη τάξη, η δικαιοδοτική-δικαστική λειτουργία στο πλαίσιο διάκρισης των εξουσιών-λειτουργιών, μπορεί (σε εξαιρετικές περιπτώσεις!) να εφαρμόσει και αμέσως το συνταγματικό κανόνα, μη αναμένοντας τη ρυθμιστική παρέμβαση του Κοινού Νομοθέτη, όπως π.χ. έπραξε το Συμβούλιο της Επικρατείας, προκειμένου να υπερασπισθεί το έννομο αγαθό της προστασίας του περιβάλλοντος (2).

  • ειδικότερα

Με όσα «μπορούν» να περιληφθούν στο παρόν περίγραμμα, χρήσιμο είναι να λεχθούν τα εξής: Το συνταγματικό δίκαιο δεν έχει απλώς τυπική κανονιστική ιδιότητα, αλλά και ουσιαστική κοινωνική αποστολή, καθόσον αποτελεί με τη θέσπιση και οργάνωση των κανόνων του, το οργανικό στοιχείο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας. Δηλαδή το συνταγματικό δίκαιο, κατά κανόνα, αντιστοιχεί προς ένα δεδομένο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων τις οποίες ταυτοχρόνως εκφράζει και ρυθμίζει (3).

Σε τελευταία ανάλυση με τους κανόνες του συντακτικού νομοθέτη διαμορφώνεται ένας «νομικοπολιτικός καταναγκασμός» (4), μια κοινωνικοοικονομική συνιστώσα, που ρυθμίζει τη λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων «μέσω της θέλησης και ιδίως της συμπεριφοράς» των πολιτών που μετέχουν στη συγκεκριμένη έννομη τάξη. Ωστόσο, η κοινωνία δεν αφορά «στατικό φαινόμενο» και μάλιστα στην παρούσα ψηφιακή εποχή της παγκοσμιοποίησης. Συνεπώς, χωρίς (επουδενί) να «κλονίζεται» τόσο η μορφή του πολιτεύματος όσο και ο «σκληρός πυρήνας» της συνταγματικής τάξης (που αφορά στις μη αναθεωρητέες διατάξεις), η προβλεπόμενη αναθεώρηση είναι επιβεβλημένη. Τούτου δοθέντος, κομματικοί σχηματισμοί, επιμέρους στελέχη της πολιτικής ζωής, αλλά και η νομική επιστημονική κοινότητα και ειδικότερα οι ομότεχνοι του δημοσίου δικαίου, ασφαλώς θα ενασχοληθούν με την υπό συζήτηση διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης.

  • οι απόψεις του Προκόπη Παυλόπουλου

Ο Προκόπης Παυλόπουλος πριν του ανατεθεί ο θεσμικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, εγκαίρως έχει επισημάνει (5) τα εξής:

«Β. Ύστερα απ’ αυτό το σκοτεινό συνταγματικό παρελθόν, η πραγματικότητα του τριπλού αναθεωρητικού εγχειρήματος με πλήρη τήρηση των διατάξεων του άρθρων 110 του Συντάγματος φαίνεται, επιτέλους ν’ αποδεικνύει:

1.Πρώτον, ότι οι περίοδοι των συνταγματικών παρεκβάσεων έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και ότι, συνακόλουθα, οι δημοκρατικοί μας θεσμοί πορεύονται με στέρεα πια θεμέλια.

2. Δεύτερον, ότι το Σύνταγμά μας, το πιο δημοκρατικό και το πιο μακρόβιο που γνώρισε ο Τόπος, αντέχει στο χρόνο και στηρίζει με ασφάλεια, ως αξιόπιστη θεσμική αντηρίδα, το οριστικό πέρασμα της Χώρας στην ομαλή δημοκρατική ζωή και πορεία.»

Η προαναφερόμενη θέση του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν μπορεί να αντικρουσθεί, καθόσον αποδεικνύεται ιστορικώς ότι είναι ορθή. Η επιβαλλόμενη όμως αναθεώρηση, απαιτεί ψύχραιμη προσέγγιση, ακριβώς για να διατηρηθεί «το οριστικό πέρασμα της Χώρας στην ομαλή δημοκρατική ζωή και πορεία». Με τούτη την «εκτίμηση» και με την ιδιότητά μου ως μέλος της «Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων», τοποθετούμαι με τα εξής:

  • οι επιβαλλόμενες ρυθμίσεις

Ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης ουδείς αποκλείει ότι θα υπάρξει «πολυπράγμων»(!) αντιμετώπιση. Χωρίς δε να παραγνωρίζεται η ιδιαίτερη ευαισθησία και επιστημονική επάρκεια όσων από την επιστημονική κοινότητα ασχοληθούν με το αντικείμενο, εν τούτοις προς αποφυγή αφόρητων πλεονασμών-βερμπαλισμών η μεταρρυθμιστική διαδικασία θα πρέπει να επικεντρωθεί στα εξής κυρίαρχα θέματα:

1) Στην κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, κατά το μέρος που αφορά στην ποινική ευθύνη των Υπουργών και όσων γενικώς διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης (βλ. σχετικώς για τη ρύθμιση και το άρθρο 49 παρ. 3 του Συντάγματος).

2) Στην καθιέρωση πάγιου εκλογικού συστήματος του οποίου οι βασικοί κανόνες δεν θα επιτρέπουν στον εκάστοτε Κοινό Νομοθέτη να ιδρύει κατά το δοκούν τους όρους συγκρότησης του Νομοθετικού Σώματος, και συνεπώς της Κυβέρνησης. (Επόμενο είναι, Νόμος να ορίζει λειτουργικές λεπτομέρειες). Και

3) Στη συγκρότηση ευρύτερου «Εκλεκτορικού Σώματος» που θα αναδεικνύει δεσμευτικώς τους επικεφαλείς της Δικαιοσύνης.

Τα προαναφερόμενα «3» σημεία αφορούν, κατά τη γνώμη του γράφοντος, κύριες παρεμβάσεις στο πολιτικό και δικαιοδοτικό σύστημα. Ωστόσο, στις δυνατότητες που παρέχει το παρόν περίγραμμα, αναγκαία είναι η τοποθέτηση αναφορικώς με τη θεσμική σχέση Προέδρου της Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού, καθώς και του τρόπου ανάδειξης του Προέδρου της Δημοκρατίας. Υπ’ όψιν τα εξής:

  • η θεσμική σχέση Προέδρου Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού

Το μεταπολιτευτικό σύστημα διακυβέρνησης εγκαθίδρυε Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, αλλά στην ιστορική «πρώτη περίοδο» προσέδωσε «Προεδρικό περιεχόμενο» της ανασυγκροτούμενης Ελληνικής Δημοκρατίας. Στην «επόμενη ιστορική περίοδο» όμως, η αρχική ρύθμιση, ως προς το περιεχόμενό της, μετασχηματίστηκε σε πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης, καθιστώντας τον Πρωθυπουργό όχι μόνο κατά το άρθρο 82 παρ. 2 του Συντάγματος ως την πολιτική αλλά και «πολιτειακή» προσωπικότητα που: α) εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και που β) κατευθύνει τις ενέργειες της, αλλά ταυτοχρόνως και τον κυρίαρχο των πολιτικών πραγμάτων. Και τούτο γιατί, εξ αντικειμένου, ως ο επικεφαλής της εκάστοτε (και ενίοτε συγκυριακής) κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, διαθέτει όλη την πρωτοβουλία των εξελίξεων. Συνεπώς το σύστημα διατηρεί μια εξ αρχής ανισορροπία, καθόσον από τις αυξημένες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας (που πράγματι αφορούσαν ασύμβατη ρύθμιση με τη μορφή του πολιτεύματος), επακολούθησε η «πρωθυπουργοκεντροποίηση», που αδρανοποιεί απολύτως την (ενίοτε) αναγκαία «εξισορροπητική παρέμβαση» του Αρχηγού του Κράτους και ρυθμιστική του πολιτεύματος. Υπ’ όψιν δε ότι ενώ οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας καθορίζονται με «δεσμία αρμοδιότητα» συνταγματικών κανόνων, αντιθέτως οι υπερεξουσίες του Πρωθυπουργού προκύπτουν μέσω της εκάστοτε Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η οποία μπορεί να είναι ευμετάβλητη λόγω συγκυριών –ακόμη και κατά τη διάρκεια …«τακτικής συνόδου». Συνεπώς το σύστημα δεν έχει σταθερά «αντίβαρα». Η αναγνωρισμένη δε ομαλότητα του δημοσίου βίου της χώρας σε επίπεδο πολιτικής ισορροπίας εξασφαλίσθηκε πρωτίστως λόγω της ιστορικής υπευθυνότητας με την οποία κατά κανόνα πολιτεύθηκαν οι προσωπικότητες κορυφής (6) στην αναγκαία «θεσμική σχέση» Προέδρου της Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού. Άλλωστε, λόγω της σοβαρότητας των θεσμικών ρόλων Προέδρου της Δημοκρατίας και Πρωθυπουργού, ρήξη στη σχέση αυτή, συνεπάγεται βαθύτατη πολιτική και ενδεχομένως πολιτειακή κρίση απρόβλεπτων εξελίξεων! Πάντως, αναγκαία είναι η αναθεώρηση της παρ. 3 του άρθρου 44 του Συντάγματος, όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις να μπορεί να απευθύνει διάγγελμα στο Λαό χωρίς τη «σύμφωνη γνώμη» του Προέδρου της Κυβέρνησης, καθώς αναγκαία είναι επίσης και η θεσμοθέτηση (υπό την Προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας) «Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών» των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή. Το Όργανο αυτό θα πρέπει να συγκαλείται με πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του Πρωθυπουργού. Οι προτεινόμενες αναθεωρήσεις κατά το μέρος αυτό, δημιουργούν μια εξισορροπητική δυνατότητα μεταξύ των δύο κορυφαίων θεσμικών Οργάνων της Ελληνικής Δημοκρατίας.

  • η ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας

Κρίσιμο ζήτημα (που φιλολογείται μάλιστα ευρέως), είναι και η τροποποίηση-αναθεώρηση των συνταγματικών κανόνων αναφορικώς με την ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στο κρίσιμο αυτό ζήτημα μπορούν με σεβασμό στο μορφή του πολιτεύματος να υποστηριχθούν τα εξής:

Είναι δυνατόν να υπάρχει προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, όταν καταστεί ανέφικτη η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Στη διαδικασία αυτή, μπορεί να θεσμοθετηθεί ρύθμιση, ώστε να μην διαλύεται η Βουλή, αλλά να επακολουθεί προσφυγή στο Εκλογικό Σώμα  μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων της κοινοβουλευτικής διαδικασίας –υποψηφίων που υποχρεωτικώς τα κόμματα του Κοινοβουλίου πρέπει να υποδεικνύουν. Υπ’ όψιν δε ότι, κατά τη γνώμη του γράφοντος, η διαδικασία αυτή, της προσφυγής δηλαδή στο Εκλογικό Σώμα, εάν εξ ανάγκης προκύψει, δεν αναιρεί τη μορφή του πολιτεύματος, αλλά ούτε και αφήνει «πεδίο επιφυλασσόμενο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας» (7). Και τούτο γιατί: α) δεν μπορεί να υπάρξει άλλη υποψηφιότητα πέραν των όσων εκ του Κοινοβουλίου θα έχουν προκύψει και β) γιατί δεν θα είναι αναγκαία η προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία, εφόσον εκλεγεί από το Κοινοβούλιο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εξυπακούεται δε ότι στην περίπτωση που υπάρξει προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία ο χρόνος θα είναι βραχύς με απαγόρευση προεκλογικής αντιπαράθεσης μεταξύ των ανθυποψηφίων.

  • υπ’ όψιν και τα εξής:

Η διαδικασία και η φιλολογία αναφορικώς με την αναθεώρηση του Συντάγματος στην εποχή πλουραλισμού των ΜΜΕ και κοινωνικής δικτύωσης, είναι δυνατόν να συμπαρασύρει σε προδήλως ανεπίδεκτους νομικής εκτίμησης ισχυρισμούς, σε θέσεις, σκέψεις και εν γένει απόψεις που να χαρακτηρίζονται από ακατάσχετο λαϊκισμό. Ασφαλώς δεν ισχυρίζομαι ότι η συζήτηση πρέπει να λάβει χώρα μόνο μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας που διαθέτει τη σχετική τεχνογνωσία, σε συνδυασμό με την «πολιτική ελίτ». Απλώς επισημειώνω ότι δεν μπορεί η συζήτηση-μέριμνα περί την αναθεώρηση του Συντάγματος να διολισθήσει σε εξωνομικές εκδοχές με συνέπεια την υποβάθμιση του πολιτικού λόγου. Ένα τέτοιο θέμα που μπορεί να προκύψει είναι και ο «τυπικός διαχωρισμός» της σχέσης Εκκλησίας και Κράτους, καθόσον το ζήτημα αφορά στο σκληρό πυρήνα της συνταγματικής τάξης.  Επ’ αυτού, όμως, ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε προσεχές άρθρο.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Βλ. A.Clapham, Human Rights in the Private Sphere (Oxford, Clarendon Press, 193), W.Däubler (ed) Market and Social Justice in the EC –the other Side of the Internal Market (Guetersloh, Bertelsmann Foundation, 1991).
  2. Βλ. την υπ’ αριθμ. 2006/1981 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επίσηςπρβλ. Α.BoyleM.Anderson (eds) Human Rights Approaches to Environmental Protection (Oxford, Clarendon Press, 1996).
  3. Βλ. Α. Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, (Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 1980), σελ. 58 και επ. και Κ.Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο (Εκδόσεις Π.Ν.Σάκκουλας, 2014), σελ. 299 και επ..
  4. Βλ. Δ.Τσάτσος, Σύνταγμα και Πολιτειακή Πρακτική, (Παρατηρητής, 1983), σελ. 113 και επ.
  5. Βλ. Π.Παυλόπουλος, Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ  -Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας (Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη, 2010), σελ. 17.
  6. Βλ. Π.Παυλόπουλος, ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΗΓΕΣΙΩΝ –Αιτία ή αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης; (Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη, 2011), σελ. 70 και επ., όπου χρήσιμη ανάλυση του εν γένει ζητήματος, στο κεφάλαιο: ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΗΓΕΣΙΕΣ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΥΡΙΑ.
  7. Βλ. Π.Παυλόπουλος, οπ. π. (υποσ. 5) σελ. 193.