gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

για την ταυτότητα του νομικού και πολιτικού λόγου

  • με αφορμή επιστημονική μελέτη του Προέδρου της Δημοκρατίας

Προσφάτως, με καθυστέρηση δύο (2) περίπου ετών, (αφορά δική μου ευθύνη), περιήλθε στην κατοχή μου ένα εξαιρετικό νομικό σύγγραμμα του Εκδοτικού Οίκου «Α.Α.Λιβάνη». Συγγραφέας του είναι ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1). Η συγκεκριμένη νομική ανάλυση λόγω του γνωστικού αντικειμένου του Δημοσίου Δικαίου, θεωρείται και νομικοπολιτική ανάλυση, ευθέως συνδυασμένη με τις σύγχρονες εξελίξεις της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης. Με το παρόν κείμενο ο γράφων εστιάζει στα εξής από το συγκεκριμένο σύγγραμμα:

«…η πρωτοφανής στην ιστορία του κρίση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος δεν οφείλεται σ’ εγγενείς αδυναμίες του, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν, νομοτελειακώς, στην κατάρρευσή του. Αλλά, όλως αντιθέτως, στο γεγονός ότι οι ανερμάτιστες νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών, σε συνδυασμό με τη δραματική αλλοίωση των χαρακτηριστικών του τραπεζικού συστήματος και της αγοράς ομολόγων σε παγκόσμια κλίμακα, έχουν προκαλέσει ένα είδος «βιασμού» του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. «Βιασμού», ο οποίος υπονομεύει στις μέρες μας τα δύο βασικά συστατικά του στοιχεία: το κοινωνικό κράτος δικαίου και την τραπεζική και, περαιτέρω, συναλλακτική «πίστη». Η καταληκτική αυτή διαπίστωση συνιστά πρόσφορη εισαγωγή για την εν συνεχεία ανάλυση της επιρροής της οικονομικής κρίσης επί των θεσμών». (2)

Με βάση την τοποθέτηση αυτή μπορούν να λεχθούν τα εξής:

  • η σχέση οικονομικής κρίσης και Θεσμών

Η επιρροή της οικονομικής κρίσης επί των Θεσμών, που προβληματίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως επιστήμονα κύρους και ακαδημαϊκό διδάσκαλο, ευθεία αντανάκλασή της έχει στην «αναμόρφωση» της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στη συνέχεια σε Ευρωπαϊκή Ένωση (3). Άλλωστε ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο πόνημά του επιδίδεται ιδιαιτέρως στις πολιτικές αυτές με ειδική αναφορά στο ότι η οικονομική κρίση έχει επιδράσει στο θεσμικό πλαίσιο καθιστώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση «αθέσμιτη»… Η πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζεται από αναμορφώσεις-αναθεωρήσεις, με αφετηρία τους την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

 Οι «αναμορφώσεις» αυτές, που καταλήγουν μέσω Άμστερνταμ και Νίκαιας στην αρχιτεκτονική της Λισαβόνας, συνέπεσαν με την αρχόμενη κρίση του «καπιταλιστικού συστήματος» αλλά και με την ταυτόχρονη επικράτηση του «δόγματος του νεοφιλελευθερισμού». Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αφενός, και η επικράτηση του δόγματος του νεοφιλελευθερισμού αφετέρου, επέδρασαν στους ευρωπαϊκούς Θεσμούς και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία επιχειρήθηκε μια κατ’ αρχήν «ομοσπονδοποίηση». Έτσι το όλο ευρωπαϊκό εγχείρημα χαρακτηρίζεται από εξελίξεις οι οποίες οδηγούσαν και οδηγούν μάλλον στην επικράτηση της οικονομίας έναντι της πολιτικής, παρά στην επικράτηση της πολιτικής έναντι της οικονομίας. Και τούτου γιατί δεν αποκαταστάθηκε το ήδη υφιστάμενο δημοκρατικό έλλειμμα που χαρακτήριζε εξ αρχής το κοινοτικό οικοδόμημα. Έτσι από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά τίθενται επιτακτικώς ζητήματα που αφορούν στη «δημοκρατική λειτουργία των Θεσμών», στο «έλλειμμα δημοκρατίας» και στο κατά πόσον η «οικονομία της αγοράς» ασκεί αποφασιστική επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις και μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Έχει δε ιδιαίτερη σημασία εάν η οικονομία που μαστίζεται από κρίση μπορεί και πρέπει, και μέχρι ποίου σημείου να επιδρά στις αποφάσεις της πολιτικής.

  • το δόγμα της Αρχής της Αποδοτικότητας

Με τη Διακυβερνητική Διάσκεψη για την αναθεώρηση των καταστατικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Νίκαια το 2000, διαπιστώθηκε για μια ακόμη φορά, το «δημοκρατικό έλλειμμα», αλλά και η αποξένωση των ευρωπαίων πολιτών από τη λήψη των κεντρικών αποφάσεων. Ταυτοχρόνως διαπιστώθηκε ότι στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ήταν αναγκαία η συλλεκτική και αποτελεσματική δομή μιας διευρυμένης πλέον Ευρώπης.  Βέβαιο επίσης ήταν στον ενωσιακό νομοθέτη, ότι προϋπήρχε (ήδη) μια διαδικασία εισαγωγής πολιτειακών στοιχείων στην Ένωση που κατ’ αρχήν δεν συνιστούσε ούτε συγκροτούσε Πολιτεία. Εξαιρετικώς όμως είχαν εισαχθεί «πολιτειακά στοιχεία» σ’ ένα νέο πολιτικό και νομικό μόρφωμα που ανταποκρινόταν κυρίως στις απαιτήσεις της οικονομίας με κατεύθυνση τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος. Περαιτέρω, ο ενωσιακός νομοθέτης όφειλε να αντιμετωπίσει διλήμματα επιρροής της οικονομίας επί των παραγόμενων ή άλλως επιβαλλόμενων πολιτικών της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής τάξης πραγμάτων. Το δίλημμα δε αυτό δεν έχει επιλυθεί αποφασιστικώς. Εξακολουθεί να υφίσταται και αφορά στο ερώτημα: εάν η πολιτική καθοδηγεί την οικονομία ή άλλως η οικονομία καθοδηγεί την πολιτική.

Στο ερώτημα αυτό η κατ’ αρχήν τοποθέτηση του δόγματος της «παγκοσμιοποίησης», η οποία διέρχεται σε ιστορικές  φάσεις σοβαρές «αναταράξεις» (4) είναι ότι: απονέμεται νομικοπολιτική υπεροχή στην Αρχή της Αποδοτικότητας.

Με βάση τους ευρύτερους προβληματισμούς, είναι πολλοί εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ήδη έχει παρέλθει η «μοντέρνα εποχή» (διαφωτισμός) των ιδεολογιών της χειραφέτησης, και ήδη έχουμε εισέλθει στη «μεταμοντέρνα εποχή» όπου επικρατεί η «πολιτική της μεταδημοκρατίας» εξ αιτίας της οποίας η οικονομία υποτάσσει την πολιτική και τον άνθρωπο στην προαναφερόμενη Αρχή της Αποδοτικότητας.  

  • ο μετασχηματισμός του ιδιώτη σε πολίτη

Σε κάθε περίπτωση η παραγωγή της πολιτικής στο κοινωνικό –οικονομικό πεδίο και η πολιτική ως ιδεολογικό εποικοδόμημα (5) δεν μπορούν να είναι πράγματα ανεξάρτητα, εφόσον δεν είναι πράγματα αποκομμένα από την οικονομική και κοινωνική βάση του πολιτεύματος.

Άλλωστε, το νεότερο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα διαμορφώθηκε ιστορικώς ως αντικείμενο κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Στην αρχαιότητα η πολιτική τάξη πραγμάτων ήταν αποχωρισμένη από την οικονομική βάση και συνιστούσε απλώς δημόσιο, πολιτειακό αυτοσκοπό. Στην νεότερη όμως εποχή, στην αρχική τους φάση, τα πολιτικά συστήματα παρέμειναν τιμοκρατικά. Στο σύστημα αυτό τα πολιτικά αξιώματα «κατανέμονταν» αναλόγως της περιουσιακής δυνατότητας «των πολιτών» (tax qualificationsystems). Αυτό το σύστημα επικράτησε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Έτσι όμως συνδέθηκε το δικαίωμα της πολιτικής ψήφου με την προσωπική περιουσία. Η διαδικασία αυτή οργάνωσε την πρώτη τυπική περίπτωση υπαγωγής της πολιτικής στην οικονομία. Αυτό υπήρξε μια ιστορική καινοτομία των παρελθόντων αιώνων, πράγμα που μετεξελίχθηκε τον 20ο αιώνα με την επέκταση της πολιτικής δημοκρατίας.

Στη μετεξέλιξη αυτή του δημοκρατικού συστήματος προς ένα γενικευμένο δημοκρατικό πρότυπο, ο «μετασχηματισμός» του ιδιώτη σε πολίτη, συσσωμάτωσε την οικονομία στην πολιτική και σε «πρώτο στάδιο» υπέταξε την πολιτική στην οικονομία, στο πλαίσιο πάντοτε της συνύπαρξης της κοινωνικής και οικονομικής ενσωμάτωσης, εντός του καθόλου συστήματος.

Στη νεότερη όμως εποχή η έννοια της πολιτικής δημοκρατίας ήταν και είναι πάντοτε συμπλήρωμα της έννοιας της κοινωνίας και της οικονομίας και ουδέποτε αυτοσκοπός. Ο γενικός λοιπόν λόγος ότι η πολιτική και η οικονομία αφορούν εξίσου συγκεκριμένες σχέσεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και συγκεκριμένων ατόμων, είναι έννοιες προφανώς αδιαχώριστες. Και τούτο γιατί οι οικονομικοί σκοποί ούτε επιδιώκονται αλλά ούτε και επιτυγχάνονται μέσα από ένα κοινωνικό κενό. Σε κάθε περίπτωση η έννοια του «ζωτικού συμφέροντος» υπάρχει εξίσου στην οικονομία και στην πολιτική και μάλιστα ορίζεται ως ο μεγάλος κοινός παρανομαστής τους. Ως εκ τούτου αυτοδικαίως συνυπάρχουν στην έννοια του «ζωτικού συμφέροντος» ή άλλως του «δημοσίου συμφέροντος» τόσο η πολιτική όσο και η οικονομία και συλλειτουργούν στο πλαίσιο της εκάστοτε οριζόμενης συνταγματικής και έννομης τάξης.

  • το τεκμήριο αρμοδιότητας υφίσταται υπέρ του Λαού:

Με βάση την ιστορική διαδρομή της πολιτικής ψήφου, και τον ιστορικό μετασχηματισμό του ιδιώτη σε πολίτη, η δημοκρατική νομιμοποίηση στα σύγχρονα πολιτεύματα κατά το «τυπικό κριτήριο» αφορά πλέον το πολίτευμα όπου κυρίαρχος είναι ο Λαός, ως η μόνη πηγή εξουσίας. Στη σύγχρονη Δημοκρατία το τεκμήριο της αρμοδιότητας υφίσταται υπέρ του Λαού. Όποιο συνεπώς, εγχείρημα ανάδειξης «της οικονομίας» ως ρυθμιστικού παράγοντα των δημοκρατικών διαδικασιών, πρόδηλο είναι ότι συνεπάγεται φαλκίδευση του χαρακτήρα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ειδικότερα η ανάδειξη της «οικονομίας» ως ρυθμιστικού παράγοντα στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξης, προσκρούει στη βασική Αρχή ότι Ανώτατο Όργανο εξουσίας είναι μόνο ο Λαός (6). Παγίως δε στη σύγχρονη δημοκρατία οι οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος ασφαλώς και αναγνωρίζουν το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο των εγγυήσεων του Κράτους Δικαίου με νομικό (κατά βάση συνταγματικό) αυτοπεριορισμό της κρατικής εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση δε, προκειμένου για την εσωτερική έννομη τάξη, το κράτος (7) για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα, επιδιώκοντας να εξασφαλίζει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας.

Ως εκ τούτου οι εσωτερικές συνταγματικές ρυθμίσεις δεν υπάγουν την οικονομία στην πολιτική, αλλά ενσωματώνουν τους όρους της οικονομικής διαχείρισης στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ωστόσο, το υφιστάμενο κενό της ευρωπαϊκής έννομης τάξης είναι κρίσιμο κατά πόσο αντιμετωπίζεται λυσιτελώς από τις αξιώσεις της εσωτερικής συνταγματικής τάξης. Ενόψει αυτής της διελκυστίνδας θα υφίσταται μια διαρκής διαπραγμάτευση, μια διαρκής διαπάλη, εάν θα υπερισχύσει η πολιτική των οικονομικών επιλογών της ευρωπαϊκής ελίτ ή εάν θα επικρατήσει το δόγμα της ευημερίας των Λαών και της κοινωνικής συνοχής-εννόμων αγαθών που εγγυάται και η ενωσιακή έννομη τάξη. Και τούτο γιατί δεν υφίσταται ταυτότητα νομικού και πολιτικού λόγου μεταξύ της ενωσιακής και συνταγματικής εσωτερικής έννομης τάξης.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Βλ. Π.Παυλόπουλος, Το Δημόσιο Δίκαιο στον αστερισμό της oικονομικής κρίσης  (2014),  (2) Βλ. Π.Παυλόπουλος, οπ.π. σελ. 54,  (3) Βλ. αντί πολλών στο σύνολό του το πλήρες έργο των D.Chalmers-Ch.Hadjiemmanui-G.Monti-A.Tomkins, EuropeanUnionLaw, (2006). (4)Βλ. σχετικώςΑ.Greenspan, The Age of Turbulence, (2007), σελ. 363 καιεπ. όπουτοκεφάλαιο (19): Globalization and Regulation, (5) Πρβλ. γενικώς M.E.Sman, Ethnic Politics (1994), N.Elias, The Civilizing Process, The History of Manners and State Formation and Civilization (1994). (6) Πρβλ. Κ.Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, (2000), σελ. 111 και επ. και (7) Βλ. άρθρο 106 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος.