gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Σημεία ταύτισης της επανάστασης του ’21 με το σήμερα

διπλωματικές ομοιότητες που θα έπρεπε να προβληματίζουν

Η επέτειος της 25ης Μαρτίου, μέσω του δημόσιου διαλόγου (και εξ αιτίας αντιπαραθέσεων) επανέφερε προς συζήτηση τις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη ο αγώνας του 1821. Οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η εθνεγερσία, δεν αφορά μονοσήμαντη υπόθεση, εξού λόγου και η διαφωνία περί πολλών θεμάτων που αφορούν στην πολιτική ανάλυση, στις διπλωματικές συνθήκες, και στα πολεμικά γεγονότα της περιόδου. Το παρόν κείμενο (στο πλαίσιο του ασφυκτικού περιγράμματος), δεν μπορεί να επεκταθεί σε όλα τα δεδομένα. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημειωθούν τα βασικά σημεία της ιστορικότητας της περιόδου εκείνης που είναι χρήσιμα για το παρόν, με κύρια αναφορά στις διπλωματικές συνθήκες που επικρατούσαν μέχρι την αναγνώριση του Ελληνικού κράτους. Πλην όμως ως προδιάθεση, κρίσιμα είναι να λεχθούν τα εξής:

  • η εθνική συνείδηση και η αστική τάξη

Όποιος είναι συνεπής με την ιστορική αλήθεια δεν μπορεί παρά να δεχθεί ότι στην περίπτωση της Ελλάδας η έννοια του Έθνους δεν είναι «αστικογενής» όπως στην δυτική Ευρώπη, αλλά προέρχεται από την ευθεία αντίληψη ταυτότητας που θεμελιώνεται πρωτογενώς σε στοιχεία πρωτίστως και κυρίως πολιτιστικά, τα οποία ανάγονται στην κλασική αρχαιότητα, στο Βυζάντιο, αλλά και στην αδιάπτωτη συνέχεια της γλώσσας. Προς την κατεύθυνση αυτή συνυπάρχουν τα κοινά έθιμα και οι κοινές παραδόσεις. Ακριβώς για το λόγο αυτό η εθνική συνείδηση των Ελλήνων ενυπάρχει πρωτογενώς την περίοδο του 1821. Ωστόσο, θα είναι μεγάλη παράλειψη, να μην αναγνωρισθεί ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτισε η Εκκλησία και κυρίως η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη με πρώτιστη αναφορά στον κατώτερο κλήρο. Πέραν όμως των προαναφερομένων είναι πρόδηλο ότι η αστική επανάσταση της Γαλλίας (1789) πράγματι επέφερε ζυμώσεις, ίδρυσε νέες παραγωγικές σχέσεις και καθόρισε νέες διπλωματικές διεργασίες, που επέδρασαν στα «γεγονότα του 1821».

Ακριβές είναι ότι ο 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλε ουσιωδώς η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου και ο μετασχηματισμός της οικονομίας σε εμπορευματική. Η ελληνική αστική τάξη πρωτογενώς σύστησε συνωμοτικές οργανώσεις όπως π.χ. το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1813) αλλά και η Φιλική Εταιρεία (Οδησσός 1814), η οποία διαδραμάτισε πρωτεύοντα ιστορικό ρόλο στο όλον επαναστατικό κίνημα! Χωρίς όμως τα παλληκάρια του αγώνα, τους μοναδικούς μαχητές και στρατηγούς (κυρίαρχη αναφορά πρέπει να γίνει στον Θ.Κολοκοτρώνη), χωρίς τους κλέφτες και αρματολούς, εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας δεν θα διεξαγόταν!

  • η διπλωματία της περιόδου

Όποιος αποστασιοποιηθεί από τη διπλωματία της περιόδου δεν μπορεί να προσεγγίσει τα ιστορικά γεγονότα, πολλώ δε μάλλον να τα αποκωδικοποιήσει. Η προσέγγιση δε αυτή και η αποκωδικοποίηση είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη και χρήσιμη για την παρούσα ιστορική φάση.

Η διπλωματία της περιόδου καθορίζεται από την «Ιερή Συμμαχία». Η
«
Ιερή Συμμαχία» κύριο χαρακτηριστικό της είχε την «αφοσίωση» των συμβαλλομένων, αλλά και τη «μυστικότητα» των συμφωνηθέντων. Κύρια αναφορά της είχε στην «Τριμερή Συνθήκη» που συνήφθη μεταξύ των Αυτοκρατόρων Αλεξάνδρου Α’ της Ρωσίας, Φραγκίσκου Α’ της Αυστρίας και του Βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ’ της Πρωσίας, που επικράτησαν οι χώρες τους των Ναπολεόντειων Πολέμων (Βλ. Συνέδριο Βιέννης 1815). Αξιοπρόσεκτο είναι δε ότι στη Συμμαχία αυτή προσχώρησε σχεδόν ταυτοχρόνως η Αγγλία (1815) και μετά από τρία έτη και η Γαλλία (1818). Αυτή η «Ιερή Συμμαχία» αποδοκίμασε ευθέως την επαναστατική διακήρυξη και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στην αποκήρυξη αυτή πρωτεύοντα ρόλο είχε ο Τσάρος της Ρωσίας, συναινούντων όμως και των λοιπών της Συμμαχίας. Αργότερα όμως, το 1822 εκδηλώθηκε μεταστροφήτης αγγλικής πολιτικής, καθόσον τα συμφέροντα της χώρας εκείνης κρίθηκε ότι βλάπτονται από τα προβλήματα που δημιουργούσε σε βάρος της η ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Η μεταστροφή αυτή διευκόλυνε ουσιαστικώς τις βλέψεις των επαναστατημένων Ελλήνων.

Τον επόμενο χρόνο, το 1823, η Ρωσία, μετέβαλε εν μέρει στάση και   πρότεινε μια «διπλωματική» λύση, προκειμένου: «να δημιουργηθούν τρία ημιαυτόνομα κρατίδια στον Ελλαδικό χώρο υπό την επικυριαρχία όμως του Σουλτάνου». Έτσι η Ρωσία θα διατηρούσε επί του «μορφώματος» αυτού το «πρόσχημα» παρεμβατικών πολιτικών στο όνομα υποστήριξης των Ορθόδοξων Χριστιανών. Η πρόταση όμως της Ρωσίας δεν έγινε αποδεκτή.

Ταυτοχρόνως (1824-1825) η Ελλάδα χρειαζόταν δάνεια. Και η αγγλική πολιτική ηγεσία διευκόλυνε τη χορήγησή τους. Έτσι η Ελλάδα χρεώθηκε  2.800.000 χρυσές λίρες Αγγλίας. Όμως από αυτό το ποσό δόθηκαν για προμηθευτές και μεσάζοντες, αλλά και για έξοδα τελετής της υπογραφής(!) καθώς και για προκαταβολή τοκοχρεολυσίων 1.600.000 λίρες. Περιήλθαν δηλαδή στην Ελληνική Κυβέρνηση μόνο 1.200.000 λίρες. Για το ποσό όμως αυτό υποθηκεύτηκαν τα Εθνικά Κτήματα –περίπου στα 6.000.000 στρέμματα γης. (Κάτι μας θυμίζει η πολιτική αυτή).  

Ευθύς αμέσως, το 1825, προωθήθηκε από αγγλόφιλους κύκλους (βλ. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος) «Ψήφισμα», με προσδοκία την «Αγγλική  Προστασία». Όσοι διαφωνούσαν με το «Ψήφισμα» αυτό, αναφέρθηκαν σε «εθνική υποτέλεια». Ήταν όμως η περίοδος ζυμώσεων όπου μέσω των οικείων Πρεσβειών στην Αθήνα, δημιουργήθηκαν τα λεγόμενα  «ξενικά κόμματα», δηλαδή: το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό. Έτσι οι διπλωμάτες των Μεγάλων Δυνάμεων κατόρθωσαν να τριχοτομήσουν τις προτιμήσεις του Ελληνικού λαού.  Η έννοια της υποτέλειας, όχι δηλαδή το «να ανήκουμε οπωσδήποτε κάπου», αλλά το να υπηρετούμε ενδεχομένως και συμφέροντα άλλων, αφορά «πολιτικό ζήτημα» το οποίο τις ρίζες του έχει στις πολιτικές συνθήκες του 1821!... (Ας το υπερβούμε).

Αξιοπρόσεκτο είναι όμως (όπως και σήμερα) ότι οι εταίροι και σύμμαχοι ή άλλως οι Μεγάλες Δυνάμεις ενδιαφέρονται πάντοτε για τα συμφέροντά τους. Για την περίοδο δε του 1821, οι Μεγάλες Δυνάμεις υπηρετούσαν τις επιδιώξεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο. (Ας μας προβληματίσει το σήμερα). Ωστόσο, οι επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων την περίοδο εκείνη εξυπηρέτησαν άλλοτε ευθέως και άλλοτε εκ πλαγίου τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας. Η ιστορική καταγραφή έχει ως εξής:

Για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, ήταν επιβεβλημένη η προσέγγιση Αγγλίας και Ρωσίας. Η προσέγγιση αυτή κατέληξε στο  Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (4.4.1826) όπου αποφασίσθηκε παρέμβαση στην επαναστατημένη περιοχή. Υπ’ όψιν ότι την περίοδο εκείνη ο Ιμπραήμ λεηλατούσε και κατέστρεφε την Πελοπόννησο και τη Δυτική Στερεά.

Τον επόμενο χρόνο η Αγγλία και η Ρωσία έκριναν ότι θα έπρεπε στη διαδικασία αυτή να συμμετέχει και η Γαλλία. Έτσι οι τρεις Δυνάμεις αυτές κατέληξαν στην Ιουλιανή Σύμβαση (6 Ιουλίου 1827), με την οποία αποφασίσθηκε παρέμβαση στο ελληνικό ζήτημα με αποστολή ισχυρής ναυτικής δύναμης. Αποτέλεσμα της παρέμβασης αυτής ήταν η ναυμαχία στο Ναβαρίνο (1827) όπου ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος βυθίστηκε και καταστράφηκε πλήρως. Έτσι οι Άγγλοι απαλλάχτηκαν από έναν ισχυρό αντίπαλο. Πλην όμως στη «διπλωματική γλώσσα», θέλησαν να αποποιηθούν της ουσιαστικής ευθύνης στο όνομα ότι: ο Ναύαρχος Κόδριγκτον ενήργησε στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας και όχι ευθείας εντολής. Από την άλλη οι Ρώσοι είχαν την ευκαιρία να διεξαγάγουν από καλύτερες θέσεις το ρωσοτουρκικό πόλεμο την άνοιξη του 1829, οπότε ο ρωσικός στρατός έφτασε ως την Αδριανούπολη. Έτσι ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να αποδεχθεί τετελεσμένα γεγονότα.

Στο  μεταξύ, δύο χρόνια πριν, οι Έλληνες είχαν εκλέξει τον πρώτο Κυβερνήτη τους, τον Ιωάννη Καποδίστρια (κατά την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, Άνοιξη 1827). Ο Μεγάλος αυτός Ηγέτης  με τη δεινή διπλωματική του εμπειρία, τις διοικητικές του αρετές, την εξέχουσα μόρφωση αλλά και το προσωπικό του ήθος, εργάσθηκε σκληρά προς τρεις κατευθύνσεις: α) στην ανάγκη να έχει το νέο κράτος πλήρη ανεξαρτησία, β) στο όραμα να αποκτήσει το νέος κράτος τα ευρύτερα κατά το δυνατό σύνορα και γ) στην προϋπόθεση να συγκροτηθεί πράγματι κράτος. Αξιοσημείωτο είναι δε ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας υπηρέτησε ταπεινά την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη του και την απόλυτη αφοσίωσή του στο ιστορικό του καθήκον για μια Ελλάδα ανεξάρτητη και κυρίαρχη. Και αυτό το πλήρωσε με τη ζωή του!