gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Η ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνέπεσε με έντονους προβληματισμούς, με κύρια αφετηρία τη δεκαετία του ’60 του παρελθόντος αιώνα. Έκτοτε διαμορφώθηκαν διάφορες Σχολές ή Ρεύματα Σκέψης. Αναφέρομαι κυρίως στο εκκρεμές μεταξύ των φεντεραλιστών και ευρωσκεπτικιστών. Και στα δύο όμως άκρα του εκκρεμούς αυτού, κοινή παραδοχή και κοινός τόπος ήταν και είναι η ύπαρξη του «δημοκρατικού ελλείμματος». Η αφήγηση δε περί το «δημοκρατικό έλλειμμα», επικεντρώνεται πρωτίστως στα εξής:

1) Παρά που απονέμεται στους πολίτες της Ένωσης ιθαγένεια, εν τούτοις η ιθαγένεια αυτή δεν αντικαθιστά, αλλά συμπληρώνει εκείνη του κράτους-μέλους. Ο πολίτης δηλαδή αποκτά μια κατ’ αρχήν νομιμοποίηση, αλλά δεν είναι εκείνος που αποφασίζει.

2) Η Συνθήκη της Λισαβόνας με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 ΣΕΕ εγκαθιδρύει τη μη εκχώρηση της θεμελιώδους εσωτερικής πολιτικής και συνταγματικής τάξης του κράτους-μέλους. Η ειδικότερη δε αναφορά της αυτής διάταξης ότι: «η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους-μέλους», διαμορφώνει ιδιαίτερη τάξη πραγμάτων. Έτσι συγκροτείται ένα «μόρφωμα» ένωσης κρατών που δεν είναι μια χαλαρή Συνομοσπονδία, αλλά ούτε και ένα ενιαίο Ομοσπονδιακό Κράτος. Ιδρύεται δηλαδή μια «κοινότητα» στη μορφή της Συμπολιτείας. Αυτή όμως η Συμπολιτεία επιδιώκει να μετασχηματιστεί σε Ένωση. Έτσι συγκροτείται μιας νέας τάξης Respublica που απαιτεί «άλλες» χωρητικότητες, «άλλες» λειτουργικότητες και άλλους τρόπους λήψης αποφάσεων από τον καθιερωμένο τρόπο μιας χαλαρής Συνομοσπονδίας (ΟΗΕ) ή άλλως ενός Ομοσπονδιακού Κράτους (π.χ. ΗΠΑ, Γερμανία κλπ).

Συνεπώς εγείρεται ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί, στο κατά πόσο στις ημέρες μας λειτουργούν οι αξιώσεις και οι πρόνοιες της Δημοκρατικής Αρχής και στο κατά πόσον οι αποφάσεις που λαμβάνονται στηρίζονται στη βούληση των Λαών ή στη Γραφειοκρατία των Βρυξελών και της Φραγκφούρτης. Η εμπειρία αποδεικνύει παγιοποίηση του «δημοκρατικού ελλείμματος» καθόσον οι αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται από μια γραφειοκρατική ελίτ που επικυριαρχεί. Η διαδικασία όμως αυτή προκαλεί αντίθεση σε όλα τα Ρεύματα Σκέψεις, ακόμη και των φεντεραλιστών.

3) Παρά την εισαγωγή ομοσπονδιακών στοιχείων στην Ένωση, που αφορά στο κοινό νόμισμα, εν τούτοις η ευρωζώνη ως ευρωσύστημα δεν έχει τα στοιχεία του Ομοσπονδιακού κράτους. Και δεν έχει τα στοιχεία του Ομοσπονδιακού κράτους λόγω έλλειψης πολιτικής ενότητας. Η έλλειψη πολιτικής ενότητας θέτει σε απόλυτη αμφισβήτηση τα θεμελιώδη ενός νομίσματος, όπως αποδεικνύει η παγκόσμια ιστορία, από τότε που το χρήμα μετασχηματίσθηκε ως νόμισμα. Η έλλειψη αυτής της πολιτικής προϋπόθεσης, βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τη θέση των φεντεραλιστών, ενώ ασκείται και ιδιαίτερη κριτική από τη θέση των ευρωσκεπτικιστών.

4) Ο σύγχρονος ερωσκεπτικισμός αφετηρία του έχει τη Σύνοδο του Λάακεν της 14ης και 15ης Δεκεμβρίου 2001.

Η Σύνοδος αυτή αποτελεί ιστορικό σταθμό, ακριβώς γιατί, αναφέρεται: «στο νέο ρόλο της Ευρώπης στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης». Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λαμβάνοντας υπ’ όψιν την πολιτική συγκυρία αναφέρει επί λέξει τα εξής:

«Τώρα που ο ψυχρός πόλεμος έχει τελειώσει και ζούμε σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο αλλά και κατακερματισμένο κόσμο, η Ευρώπη πρέπει να επωμισθεί τις ευθύνες της όσον αφορά τη διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης».

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιθυμεί να υπεισέλθει ως δρώσα «συνιστώσα οντότητα» στο νέο διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Δεν επιδιώκει δηλαδή, το ρόλο του εταίρου με άλλες δυνάμεις. Επιδιώκει να αυτοκαθορισθεί ως η οντότητα εκείνη που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης!... Είναι η υπέρβαση της γερμανικής τάξης πραγμάτων. Η υπέρβαση όμως αυτή εγείρει πολλά ερωτήματα. Κύριο ερώτημα είναι εάν η γερμανική ελίτ θα καταστεί η Μητρόπολη της Ευρώπης που θα ελέγχει τις χώρες της Περιφέρειας (εντός του όλου μορφώματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ή εάν η υπέρβαση αυτή είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία.

Η τύχη των γερμανικών ομολόγων σύντομα θα δείξει, σε συνδυασμό και με την όποια μόχλευση των γερμανικών τραπεζών, αλλά και σε αναφορά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, το μέλλον του όλου εγχειρήματος. Ασφαλώς στη διαδικασία αυτή θα κυριαρχήσει και η πολιτική των ΗΠΑ: στο κατά πόσον δηλαδή η υπερδύναμη αυτή είναι διατεθειμένη να ανεχθεί τη συγκεκριμένη στρατηγική της γερμανικής ελίτ.

4) Η γερμανική κυρίως ελίτ, αλλά και ο σκληρός πυρήνας πέριξ της γερμανικής τάξης πραγμάτων, με αναφορά στο ενιαίο νόμισμα (ευρώ), έχει απολύτως νομιμοποιήσει το «δόγμα Rothschild».

Ο επιφανής μεγαλοτραπεζίτης Μ.Α. Rothschild, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, διατύπωσε το αμίμητο δόγμα: «Άφησέ με ελεύθερο να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν με ενδιαφέρει ποιός ψηφίζει τους νόμους του»!

Η καθιέρωση του δόγματος αυτού σε συνδυασμό με την επιβολή της κυριαρχίας της ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού, έχει αναπτύξει ένα σύγχρονο Ρεύμα Σκέψης το οποίο όχι απλώς αποδοκιμάζει την πορεία που επιδιώκεται υπό την καθοδήγηση της γερμανικής ελίτ, αλλά θέτει σε αμφισβήτηση αυτή τούτη την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Το κίνημα αυτό με αφορμή και αφετηρία τις προσεχείς γαλλικές προεδρικές εκλογές μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις. Ενταύθα εντοπίζεται (και εξορκίζεται) ο κίνδυνος της ακροδεξιάς στροφής!...

5) Με ιδιαίτερη περίσκεψη αντιμετωπίζεται το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με αναφορά στο ενιαίο νόμισμα, καθόσον, όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα, κατά το μάλλον και μάλλον η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος εξυπηρετεί τις αμετάκλητες νομισματικές ισοτιμίες χάριν των εξαγωγικών χωρών (βλ. Γερμανία), και πολύ ολιγότερο δικαιώνει την αποστολή του ως του γενικού ισοδύναμου για την ανταλλαγή προϊόντων. Υπάρχει δηλαδή ιδιαίτερος προβληματισμός, πέριξ του ενιαίου νομίσματος. Με άλλα λόγια το τρίπτυχο: «παροχή ρευστότητας-δημοσιονομική πειθαρχία-σταθερότητα», θα τεθεί στο επίκεντρο των περαιτέρω συζητήσεων και προβληματισμών.

Το κυρίαρχο ζήτημα που αφορά όλα τα Ρεύματα Σκέψης ακόμη και τους φεντεραλιστές, είναι εάν και κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση θα καταστεί όργανο του νεοφιλελευθερισμού και της μεταδημοκρατίας υποτάσσοντας την πολιτική στην οικονομία.

6) Η πρόσφατη ιστορία από το έτος 2008 και μετά «δοκιμάζει» την Ευρώπη σε ένα ιδιαίτερο χάσμα και εγκαθιδρύει μια σοβαρή αντίθεση στη σχέση των κρατών-μελών ως δανειστών και δανειζόμενων. Η σχέση αυτή συνεπάγεται κρίση στο πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στον πυρήνα του ευρωσυστήματος. Η καθιερωμένη δε λιτότητα σε βάρος των δοκιμαζόμενων από επαχθές δανειακό βάρος χωρών, αρχίζει να διαμορφώνει σοβαρό προβληματισμό στο κατά πόσον έχουν τεθεί σε αμφισβήτηση και αδρανοποιηθεί θεσμοθετημένες αρχές και αξίες που αφορούν: «την ευημερία των Λαών», «την κοινωνική και εδαφική συνοχή», «την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών» και «το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» (βλ. άρθρα 2 και 3 ΣΕΕ).

Όσο οι αρχές και οι αξίες αυτές θα βρίσκουν υποστήριξη από τους πολίτες της Ένωσης, από Κινήματα, από πολιτικά κόμματα και γιατί όχι από την επιστήμη και διανόηση, τόσο το Ρεύμα των ευρωσκεπτικιστών που ωθεί σε μια προοδευτική και γιατί όχι αριστερή κατεύθυνση, θα αποκτά το ηθικό πλεονέκτημα. Το Ρεύμα αυτό, που θα συνιστά Ρεύμα Σκέψης και Δράσης θα είναι εκείνο που θα μπορεί να εγγυηθεί την πράγματι Ενωμένη Ευρώπη!...