gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Το επίδικο «ζητούμενο» είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας υπό το κράτος των σημερινών πολιτικών της Ένωσης.  Ας μου επιτραπεί δε, να επικεντρωθώ στα παρακάτω:

Από την ίδρυση της πάλαι ποτέ ΕΟΚ που μετασχηματίστηκε σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σήμερα σε Ευρωπαϊκή Ένωση, διαμορφώθηκαν διάφορες Σχολές ή Ρεύματα Σκέψης. Αναφέρομαι κυρίως στο εκκρεμές μεταξύ των φεντεραλιστών και ευρωσκεπτικιστών. Αξιοσημείωτο όμως είναι ότι και στα δύο αυτά άκρα του εκκρεμούς, κοινή παραδοχή και κοινός τόπος είναι η ύπαρξη του «δημοκρατικού ελλείμματος».

Συνεπώς τίθεται ζήτημα αντιπροσωπευτικότητας. Η αφήγηση δε περί το «δημοκρατικό έλλειμμα», επιδεινώνεται από τις εξωθεσμικές και από καθέδρας πολιτικές ενός άκρατου ηγεμονισμού, της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, με πρόταγμα τα συμφέροντα της Γερμανίας.

Για τους σοβαρούς παρατηρητές ως προς «κοινοτικό κεκτημένο» (acquiscommunautaire), εγείρεται ήδη αμφισβήτηση, καθόσον υποχωρεί όλο και περισσότερο λόγω της διεύρυνσης του δημοκρατικού ελλείμματος, εξ αιτίας πρωτίστως της επιβαλλόμενης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Παρατηρείται δε, ότι η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική όλο και απομακρύνεται από τις ανάγκες των Λαών και από τις βασικές θεσμικές αξιώσεις, ακόμη και της Συνθήκης της Λισαβόνας που αφορούν: «την ευημερία των λαών», «την κοινωνική και εδαφική συνοχή», «την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών» και «το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» (βλ. κυρίως άρθρα 2 και 3 ΣΕΕ).

Τούτου δοθέντων εγείρεται ζήτημα λειτουργιών στο πλαίσιο των Αρχών της Δημοκρατίας.

Η Δημοκρατική Αρχή προϋποθέτει ένα γενικό κανόνα που διέπει τη συγκρότηση και τη λειτουργία μιας δεδομένης έννομης τάξης. Εν προκειμένω της ευρωπαϊκής ενωσιακής έννομης τάξης.

Η Δημοκρατική Αρχή όμως επιβάλει ως υπέρτατη θέληση πρωταρχικώς αλλά και σε τελευταίο βαθμό, τη θέληση του Λαού. Με άλλες λέξεις στο Λαό ανήκει η κυριαρχία, καθώς και η πρωταρχική αρμοδιότητα να καθορίζει την αρμοδιότητά του, αλλά και τις αρμοδιότητες των άλλων κρατικών οργάνων.

Οι προαναφερόμενες Αρχές, που αφορούν «την ευημερία των λαών», «την κοινωνική και εδαφική συνοχή», «την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών» και «το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», αντί να επαναβεβαιώνονται, με την εισαγωγή μάλιστα ομοσπονδιακών στοιχείων στην Ένωση, εν τούτοις υποχωρούν, καθόσον λαμβάνει χώρα «μετατόπιση» των Θεσμών, σε μηχανισμούς άτυπης διαβούλευσης των ισχυρών του κεντρικού πυρήνα. Αυτή η μετατόπιση είναι και μέρος της κρίσης.

Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επέβαλε την επαναλειτουργία των Θεσμών και αυτό θα πρέπει να μην διαφεύγει από την προσοχή και την εκτίμηση του καλόπιστου παρατηρητή.

Ωστόσο, ηδημιουργία του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του ευρωσυστήματος, αν και αφορά (ως προεκτίθεται) εισαγωγή σημαντικού στοιχείου ομοσπονδοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εν τούτοις διευρύνει το χάσμα του δημοκρατικού ελλείμματος.

Η θεσμική διαδικασία παροχής της ρευστότητας στην οικονομία στο πλαίσιο του όλου ευρωπαϊκού οικοδομήματος, έχει αφεθεί στην ανεξάρτητη βούληση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Παρά δε που η ΕΚΤ με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (βλ. άρ. 13 ΣΕΕ) αφορά πλέον Θεσμό του όλου οικοδομήματος, εν τούτοις θεσμικά δεν ελέγχεται και δεν λογοδοτεί για τις «πολιτικές» της, αν και υπάρχουν πρόνοιες να εναχθούν τα Όργανά της ενώπιον των δικαιοδοτικών Οργάνων του Λουξεμβούργου, ακόμη και για αποζημιώσεις.

Το όλο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταργεί παραδοχές του «κεϋνσιανού» μοντέλου και αποβάλει όλο και περισσότερο την οποιαδήποτε έννοια του παρεμβατικού κράτους. Εγκαθιδρύει δε ως κυρίαρχη ιδεολογία το νεοφιλελευθερισμό. Έτσι η νομισματική πολιτική αφορά πλέον σύνολο μέτρων με τα οποία η κυρίαρχη νομισματική αρχή επιδιώκει την επίτευξη των προσδιορισμένων στόχων και σκοπών της, μέσω του ελέγχου της προσφοράς χρήματος, υπό το κράτος όμως της κρατούσας ιδεολογίας. Δηλαδή του μη παρεμβατικού κράτους και της στενότητας της κυκλοφορίας του χρήματος, ως νομίσματος.

Η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφορούσε τη δημιουργία αμετάκλητων νομισματικών ισοτιμιών χάριν των εξαγωγικών χωρών. Προσδοκούσε όμως και στη δημιουργία βέλτιστης οικονομικής ζώνης.

Έτσι πέραν της αντίφασης, όπου το ενιαίο νόμισμα εγκαθιδρύθηκε σε ανισόμερη ανάπτυξη των οικονομιών των κρατών-μελών, αλλά και με έλλειψη πολιτικής ενοποίησης, εν τούτοις ως γενικό ισοδύναμο για την ανταλλαγή προϊόντων, δεν επιβεβαιώθηκε στο σύνολο της αποστολής του. Και τούτο γιατί επιβεβαιώθηκε μόνο ως προς την αποστολή του που αφορούσε στην εξυπηρέτηση των εξαγωγικών χωρών. Αντιθέτως το ενιαίο νόμισμα δεν επιβεβαιώθηκε ως προς την αποστολή του για τη δημιουργία βέλτιστης οικονομικής ζώνης. Και τούτο γιατί μόνο από τις αποκλείσεις που αφορούν στο κατά κεφαλήν εισόδημα μεταξύ των κρατών-μελών και ειδικότερα των κρατών-μελών της ευρωζώνης καταμαρτυρείται η αποτυχία του εγχειρήματος κατά το μέρος αυτό. Όταν εντός της ευρωζώνης η Γερμανία εμφανίζει κατά κεφαλήν εισόδημα 32.229 ευρώ, η Ολλανδία (Κάτω Χώρες) 35.800 ευρώ, η Μάλτα 15.300 ευρώ και η Εσθονία 12.700 ευρώ, καθίσταται αυταπόδεικτη η αποτυχία του εγχειρήματος. Στη διαδικασία αυτή προστίθεται η διαφοροποίηση των επιτοκίων από χώρα σε χώρα. Έτσι όμως αναιρείται η ουσία του κοινού νομίσματος.

Όσο δε η οικονομική ελίτ στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποσυνδέει τη ρευστότητα από την ανάγκη εξυπηρέτησης κοινωνικών δικαιωμάτων, όλο και θα επιδεινώνονται οι αντιθέσεις εντός μιας οικονομικής ζώνης με αμφίβολα αποτελέσματα ακόμη και ως προς τους στόχους που η ίδια η ελίτ επιδιώκει.

Ο επιφανής μεγαλοτραπεζίτης Μ.Α. Rothschild, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, διατύπωσε το αμίμητο δόγμα: «Άφησέ με ελεύθερο να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν με ενδιαφέρει ποιός ψηφίζει τους νόμους του»!

Η δογματική αυτή αντίληψη αποδίδει με τον πιο αυθεντικό τρόπο την κυριαρχία του χρήματος ως νομίσματος την οποία η εκάστοτε άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί κατά το δοκούν.

Ο Ελληνικός Λαός στις ημέρες μας ζει ακριβώς την πίεση αυτής της επικυριαρχίας, δηλαδή της επικυριαρχίας του «δόγματος Rothschild».

Ωστόσο, το δόγμα αυτό επιδεινώνει το χάσμα του δημοκρατικού ελλείμματος. Εγκαθιδρύει στην πράξη μια οικονομική ελίτ η οποία επιβάλει τη θέλησή της ενάντια στα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά και ενάντια στις αναπτυξιακές ανάγκες της οικονομίας. Περιστέλλει ατομικά δικαιώματα επί εννόμων αγαθών και διευρύνει σε άμεσο χρόνο τη διάσταση ανάμεσα στους Λαούς της Ευρώπης και στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης.

Έτσι, διαμορφώνονται όλες οι προϋποθέσεις για μια ευρύτερη κρίση στην Ευρώπη, με απρόβλεπτες συνέπειες όχι μόνο για το μέλλον, αλλά και για το παρόν…