gototopgototop

Newsletter

Ονοματεπώνυμο:
E-mail:

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σε ουσιαστική βάση, αναιρεί το «τυπικό κριτήριο» της νομιμοποίησης της σύνθεσης της παρούσας Βουλής και δημιουργεί προβλήματα νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργικότητας. Ως εκ τούτου δημιουργείται ένα ουσιαστικό αδιέξοδο για ομαλό πολιτικό βίο.

Οι μνημονιακές δυνάμεις εντός και εκτός της χώρας επιχειρούν σε πολιτικό επίπεδο να δημιουργήσουν αυτό που ο Αριστόβουλος Μάνεσης υπογράμμιζε για το θεσμικό νομικό επίπεδο: τη δημιουργία δηλαδή ποικίλων φραγμών που περιορίζουν τη λαϊκή θέληση, που αναχαιτίζουν την πορεία προς την κοινωνική δημοκρατία και που αποτρέπουν ποιοτικές μεταβολές που θα μπορούσε να προωθήσει ο λαός χρησιμοποιώντας τη νομική ιδιότητά του ως κυρίαρχου.

Η λειτουργία των πολιτευμάτων που διέπονται από την αντιπροσωπευτική αρχή, κατέδειξε στις πρόσφατες ιστορίες των πολιτισμένων κρατών, ότι η κατάταξή τους σε πολιτεύματα αυστηρής ή χαλαρής διάκρισης των εξουσιών, είναι ανέφικτη. Και τούτο γιατί η κατηγοριοποίηση των πολιτευμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, μπορεί να γίνεται εφεξής με κριτήριο το βαθμό αλληλοελέγχου και αλληλεξάρτησης των εξουσιών στο πλαίσιο ομαλού πολιτικού βίου. Ως εκ τούτου υφίσταται διαρκής κριτική, ώστε να διαπιστώνεται με ποιό τρόπο λειτουργεί το πολίτευμα ως πολιτικό σύστημα.

Συνεπώς για τα πολιτικά πράγματα στην παρούσα ιστορική φάση (που αφορά στην πολιτική και συνταγματική ιστορία), ανακύπτουν κρίσιμα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να ελεγχθούν υπό το πρίσμα του σεβασμού στους Θεσμούς και πρωτίστως και κυρίως υπό το πρίσμα του σεβασμού στη δημοκρατική αρχή.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 30 του Συντάγματος είναι και ο ρυθμιστής του Πολιτεύματος. Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 26 του Συντάγματος, που αφορά στο σκληρό πυρήνα της συνταγματικής τάξης, η νομοθετική λειτουργία διαπλέκεται με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως επίσης διαπλέκεται και η εκτελεστική λειτουργία με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τούτο δε αφορά στον αυστηρό (μη αναθεωρητέο) κανόνα του Καταστατικού Χάρτη της Πολιτείας.

Βεβαίως, δεν υφίσταται «τυπικό» εμπόδιο του Συντάγματος, προκειμένου να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή. Κάτι τέτοιο όμως περιφρονεί την ετυμηγορία του Εκλογικού Σώματος του Μαΐου 2014, που κατέδειξε ευθεία αντίθεση στους κανόνες «δικαίου» που θεσπίζει η παρούσα Βουλή καθώς και αποστροφή στην ασκούμενη πολιτική που νομιμοποιεί η παρούσα Βουλή.

το Εκλογικό Σώμα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Η συνταγματική τάξη επιβάλει η νομιμοποίηση-εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας να προέρχεται κατευθείαν από το Κοινοβούλιο. Όσο δε μεγαλύτερη είναι η πλειοψηφία που αναδεικνύει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τόσο περισσότερο κύρος προσδίδεται όχι μόνο στο Θεσμό, αλλά και στο πρόσωπο του Προέδρου. Ως εκ τούτου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει ή να εκλέγεται με τη μέγιστη δυνατή πλειοψηφία, ή να εκλέγεται ακόμη και με τη σχετική πλειοψηφία που καθορίζουν οι πρόνοιες του Συντάγματος, από Βουλή όμως που έχει άμεση –νωπή νομιμοποίηση από το Εκλογικό Σώμα. Τούτο επιβάλει η πολιτική τάξη, αλλά και ο σεβασμός στη δημοκρατική αρχή κατά τη συνταγματική τάξη.

Επειδή δε η μορφή του πολιτεύματος είναι η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, πρέπει εξ αρχής να επισημειωθεί ότι είναι αδιανόητη η από το Εκλογικό Σώμα με οποιοδήποτε τρόπο, εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με κανόνα του Κοινού Νομοθέτη. Ενταύθα παρεμβαίνω και ως μέλος της «Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων», προκειμένου να επισημάνω ότι δεν μπορεί να διατυπώνονται εξωθεσμικές προτάσεις που κακοποιούν το Σύνταγμα όπως η άποψη ότι: τα κόμματα μπορούν να υποδεικνύουν τον υποψήφιο Πρόεδρο και αν αποτύχει η εκλογή του από τη διαδικασία του Κοινοβουλίου, τότε να λαμβάνει χώρα προσφυγή στο Λαό για εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με μοναδικές υποψηφιότητες τους υποψηφίους των κομμάτων ή τους δύο επικρατέστερους των υποψηφίων των κομμάτων, που αναδείχθηκαν από την αδιέξοδη διαδικασία του Κοινοβουλίου.

Μια τέτοια εκδοχή οδηγεί στο προδήλως απαράδεκτο η υποψηφιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπεισέρχεται αμέσως στο «πολιτικό παίγνιο», καθόσον θα υποχρεώνει τα πολιτικά κόμματα σε κατ’ ουσίαν εκστρατεία στήριξης της πρότασής τους. Άρα καταλήγουμε σε «εκτροπή» του πολιτεύματος που δεν αφορά μόνο στην απευθείας κομματικοποίηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και στην αδίστακτη παραβίαση της συνταγματικής τάξης, που επιβάλει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να εκλέγεται από το Κοινοβούλιο και όχι από το Εκλογικό Σώμα.

  • το Κοινοβούλιο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Το ζήτημα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ανάγεται αυστηρώς στη λειτουργία του Κοινοβουλίου (το οποίο άλλωστε διαθέτει και το τεκμήριο της αρμοδιότητας). Όσο δε, το Κοινοβούλιο παράγει πολιτικές, κανόνες δικαίου και αναδεικνύει κρατικό Όργανα με μειωμένη νομιμοποίηση, τόσο περισσότερο διαταράσσεται η επιβαλλόμενη πολιτική τάξη και ο ομαλός πολιτικός βίος.

Τον ομαλό δε πολιτικό βίο, πρέπει να εγγυάται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, καθόσον έχει τη θεσμική υποχρέωση να ασκεί τις αρμοδιότητές του για τη διατήρηση της πολιτειακής και πολιτικής τάξης, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το πρόσωπο δε του ρυθμιστή του πολιτεύματος θα πρέπει να έχει αυξημένο νομικοπολιτικό κύρος και άρα ισχυρή νομιμοποίηση. Και τούτο γιατί, στο Σύνταγμα καταγράφεται σειρά πράξεων του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες δεν άπτονται των τριών συντεταγμένων λειτουργιών (νομοθετικής-εκτελεστικής-δικαστικής), αλλά αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αρμοδιοτήτων που αφορούν στη λειτουργία του πολιτεύματος. Οι πράξεις αυτές στην επιστήμη του συνταγματικού δικαίου αποκαλούνται «ρυθμιστικές». Κυρίαρχη δε «ρυθμιστική πράξη» είναι η ανάθεση διερευνητικής εντολής προκειμένου να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.

Ως κατακλείδα των προαναφερομένων θα πρέπει να επισημειωθούν και τα εξής:

Στο πλαίσιο της διάκρισης των λειτουργιών (και όπου αυτές εν μέρει διασταυρώνονται), θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η οργάνωση των εξουσιών της Πολιτείας και ο τρόπος κατανομής τους, αποτελούν την εγγύηση τήρησης του Συντάγματος, αλλά και ως εκ τούτου του Πολιτεύματος. Πρώτος δε διδάξας είναι ο Αριστοτέλης (Βλ. Πολιτικά Δ’ 1 «Πολιτεία μεν γαρ έστι τάξις ταις πόλεσιν η περί τας αρχάς, τίνα τρόπον νενέμηνται…»).

Στην παρούσα ιστορική φάση είναι σαφές ότι λαμβάνουν χώρα παρασκηνιακές διαβουλεύσεις ως προς την μελλοντική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Επειδή στο πολίτευμά μας η αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από το Κοινοβούλιο συνεπάγεται την άμεση προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, όλοι όσοι συμπράξουν στην αποτροπή αυτού του ενδεχόμενου, θα ταυτιστούν με τις μνημονιακές πολιτικές, θα κατηγοριοποιηθούν ως πολιτικό προσωπικό που ανέχεται την ανθρωπιστική κρίση στην κοινωνία και συμπολιτεύεται τα συμφέροντα της χρηματοπιστωτικής ελίτ που καταδυναστεύει το λαό μας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βλ. Α.Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, εκδοτικός οίκος Σάκκουλα 1980, σελ. 593, Κ.Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Π.Μ. Σάκκουλας, 2014, σελ. 112 και 483 και επ., και συνολικώς: Γ.Κασιμάτης, Δημοκρατία και πολιτικά κόμματα, στις «Μελέτες» Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλας, 1996, Φ.Σπυρόπουλος, Σκέψεις για το τεκμήριο της αρμοδιότητας, εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, 1997, τ.1. Επίσηςπρβλ. M.Elliott- R.Thomas, Public Law, Oxford University Press, 2011, σελ. 66 καιεπ. και N.Howard, Constitutional Law, Routledge London and New York, 2013, σελ. 87 καιεπ.